Πάτερ Σπυρίδωνας Παπαδόπουλος: [μεγάλη παύση] Κατ’ αρχήν μιλώντας για τον Αμίαντο, τον Πάνω Αμίαντο, θα πρέπει να πούμε ότι ο χώρος αυτός ήταν γνωστός από την αρχαιότητα. Εεε ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός σε ένα έργο που έγραψε για την Κύπρο, συγκαταλέγει τον Αμίαντο στις παλαιές πόλεις της Κύπρου. Π.Σ.Π.: Και, μάλιστα, τον συνδέει μαζί με την εξόρυξη και επεξεργασία του ορυκτού Αμίαντος. Έχουμε δε μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, όπως είναι ο Διοσκουρίδης και λοιπά, που αναφέρονται στον αμίαντο, το ορυκτό αμίαντος, που υπήρχε εις την Κύπρο. Ε, αργότερα, 15ο, 16ο, 17ο αιώνα, έχουμε άλλες μαρτυρίες από άλλους συγγραφείς ή επισκέπτες της Κύπρου, Π.Σ.Π.: που αναφέρονται στο χωριό Αμίαντος και στο ορυκτό αμίαντος. Γιατί αυτά ήταν πάντοτε συνδεδεμένα από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Εεε η νεότερη ιστορία του μεταλλείου Αμιάντου και του χωριού Αμίαντος ξεκινά το 1907. Όταν κάποιος γιατρός, ε, Τρομπέτας ονομαζόμενος, σε συνεργασία με κάποιο βοσκό Π.Σ.Π.: που ήταν στην περιοχή εκείνη, εξαναβρήκαν αυτή την πέτρα, την βαμβακερή, ας την ονομάσουμε, και αυτός επειδή ασχολείτο με τούτα θέματα, έδειξε ενδιαφέρον, έστειλε δείγματα στο εξωτερικό, τα επεξεργάστηκαν και του είπαν ότι αυτό το πράγμα που βλέπετε είναι αμίαντος. Και από κει και πέρα ξεκίνησε μία διεργασία για να αξιοποιηθεί αυτό το ορυκτό το οποίο υπάρχει στην Κύπρο. Εεε. Π.Σ.Π.: Και το 1907 δημιουργήθηκε πλέον η εταιρεία και εξεκίνησε η επεξεργασία αυτού του ορυκτού. Η Εταιρεία Αμιάντου, αυτή που διαχειρίζετο [διαχειριζόταν] δηλαδή το μεταλλείο, εεε ήθελε οι εργαζόμενοι εκεί να έχουν και τον τόπο διαμονής τους. Οπότε, η ίδια η Εταιρεία έχτισε σπίτια σε διάφορες περιοχές. Αυτό σιγά-σιγά αυξήθηκε, έτσι δημιουργήθηκε και το χωριό Αμίαντος. Π.Σ.Π.: Εεε [μικρή παύση] πιο κάτω από τον Αμίαντο υπήρχε η περιοχή Χατζηκτωρή. Και, ε, σε κάποια φάση αυτή η, αυτή η περιοχή ονομάστηκε επίσημα, επήρε την επίσημη ονομασία Κάτω Αμίαντος. Το 1938, λοιπόν, αφού είδε το κράτος ότι αυτό το χωριό που σχετιζόταν με το μεταλλείο επαρέμενε, Π.Σ.Π.: και αυξανόταν και είχεν έντονη ζωή, αναγνωρίστηκε επίσημα ως κοινότητα με την ονομασία Πάνω Αμίαντος. Εεε όμως, επειδή ήταν πιο γνωστόν από τον Κάτω Αμίαντο, συνήθως και στις εφημερίδες και αλλού ονομάζετουν [ονομαζόταν] Αμίαντος. Άρα, Αμίαντος ή Πάνω Αμίαντος είναι το ίδιο πράγμα. Η περιοχή που ήταν ο Χατζηκτωρή έπρεπε να πεις Κάτω Αμίαντος, Π.Σ.Π.: για να μπορέσεις να την ξεχωρίσεις. Ε, μετά το 2005, αφού έκλεισε το μεταλλείο, καταργήθηκε και η κοινότητα του Πάνω Αμιάντου, επίσημα το κράτος την κατήργησε, οπότε όλη η περιοχή ονομάστηκε Αμίαντος. Αλλά δεν παύει η ιστορία να μιλά για Πάνω Αμίαντο και για Κάτω Αμίαντο, πριν το 2005. Λοιπόν. Στα πρώτα χρόνια, οι εργασίες γίνονταν ουσιαστικά χειρωνακτικά. Νικολέττα Χριστοδούλου: Πάτερ, μπορώ να σας διακόψω μια στιγμή; Μπορείτε να μας πείτε. Πείτε μας λίγα πράγματα για εσάς. Θέλουμε το όνομά σας, το επίθετό σας, να επιστρέψουμε στο. Π.Σ.Π.: Ναι. Ε, ονομάζομαι Πατήρ Σπυρίδων Παπαδόπουλος. Η οικογένειά μου έζησε στο Αμίαντο, στον Πάνω Αμίαντο, αρκετά χρόνια. Ο παππούς μου, από τη μεριά του πατέρα μου, επήγε στον, στο μεταλλείο Αμιάντου, στον Πάνω Αμίαντο, περίπου το 1925. Π.Σ.Π.: [μικρή παύση] Ε, είχαν τρία παιδιά οι παππούδες μου, τρία αγόρια, οι οποίοι στην πορεία και δημιούργησαν οικογένεια στον Πάνω Αμίαντο και εργάστηκαν και οι τρεις στον Πάνω Αμίαντο. Ο πατέρας μου ονομάζετουν [ονομαζόταν] Αλέκος, η μητέρα μου Μαρούλα. Οπότε, εγώ γεννήθηκα μεν σε κλινική της Λεμεσού, αλλά ουσιαστικά μεγάλωσα στον Πάνω Αμίαντο. Εκεί επήγα σχολείο. Ν.Χ.: Πότε γεννηθήκατε; Π.Σ.Π.: Ε, 1954. Ν.Χ.: Το 1954. Μπορείτε να μας πείτε ακριβώς την ημερομηνία; Π.Σ.Π.: Ναι. 7 Μαΐου, 7/5/1954. Μαγδαληνή Αντρέου: Εσείς Πάτερ προσωπικά εργαστήκατε ποτέ στο μεταλλείο; Π.Σ.Π.: Δεν εργάστηκα υπό κανονική εργασία, αλλά η εταιρεία Αμιάντου μας επρόσφερε αυτή τη δυνατότητα σαν μαθητές τα καλοκαίρια να εργαζόμαστε στον Αμίαντο. Οπότε, κάποια καλοκαίρια εργάστηκα. Π.Σ.Π.: Και μπορώ να σας πω πού εργάστηκα, όποτε. Ν.Χ.: Άρα, άρα γεννηθήκατε στην, στη Λεμεσό. Π.Σ.Π.: Σε κλινική της Λεμεσού, ναι. Ν.Χ.: Σε κλινική της Λεμεσού. Εεε ζήσατε στον Αμίαντο. Π.Σ.Π.: Βέβαια. Απλώς. Μερικών ημερών βρέφος, επήγα στον Αμίαντο. Ν.Χ.: Και τώρα ζείτε, όμως τώρα ζείτε στην Λεμεσό. Π.Σ.Π.: Ε, ναι, τώρα δεν υπάρχουν κάτοικοι στον Πάνω Αμίαντο. Μ.Α.: Οι, οι δουλειές συνήθως, της εξόρυξης εγίνουνταν [γίνονταν] κάποια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου; Μ.Α.: Ας πούμε, το καλοκαίρι και σταματούσαν το χειμώνα; Ή εδούλευκεν όλο το χρόνο; Π.Σ.Π.: Όχι. Στα, στα πρώτα χρόνια είναι αυτό το οποίο λέτε. Η εργασία ήταν καλοκαιρινούς μήνες. Συνήθως, τέλος του Μάρτη, αρχές του Απρίλη, μέχρι τον Οκτώβρη. Ε, διότι όταν είναι βρεγμένο το χώμα, δεν μπορείς να κάμεις [κάνεις] αυτή τη δουλειά. Εεε, όμως, το χειμώνα παρέμεναν κάποιοι υπάλληλοι του μεταλλείου, Π.Σ.Π.: για κάποιες άλλες εργασίες, και γραφικές και λοιπά. Αλλά οι πολλοί εργάτες δεν εργάζονταν αυτόν τον καιρό. Επαναλαμβάνω, στις πρώτες δεκαετίες. Γιατί μετά άλλαξαν τα πράγματα και ο Αμίαντος εργαζόταν ολόχρονα και επί εικοσιτετράωρου βάσεως. Μ.Α.: Τι έγινε και άλλαξαν τα πράγματα; Π.Σ.Π.: Εεε, το 1957 προς ’58, ήρθε νέος διευθυντής στο μεταλλείο Αμιάντου. Ο προηγούμενος, ο Φραγκ Κούπουλας, αξίζει να τον αναφέρουμε, Π.Σ.Π.: ο οποίος ήταν πολλά-πολλά χρόνια διευθυντής. Ε, κράτησε το μεταλλείο, θα λέγαμε, με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχουν εργατικά χέρια, να εργάζονται πολλοί άνθρωποι. Οπότε μέχρι το 1957 είχαν πάρα πολλούς εργάτες. Ο νέος διευθυντής που ήρθε, ήταν μηχανολόγος. Οπότε έκαμε [έκανε] μία έντονη εκβιομηχανοποίηση του μεταλλείου. Έφερε καινούργια μηχανήματα, καινούργια οχήματα. Π.Σ.Π.: Εεε έκαμε ένα μεγάλο κτίριο που αξίζει να πούμε στη συνέχεια, που επεξεργαζόταν το μεταλλείο. Οπότε, τα εργατικά χέρια εμειώθηκαν κατακόρυφα. Άλλαξε ριζικά και το μεταλλείο και το χωριό, ο αριθμός των κατοίκων του χωριού, μετά από το ’58. Ε, από κει και πέρα, επαναλαμβάνω, ότι το μεταλλείο εργαζόταν ολόχρονα και επί εικοσιτετράωρου βάσεως, Π.Σ.Π.: ασταμάτητα δηλαδή. Και Σαββατοκυρίακα και τα πάντα. Ήταν τέτοια η ζήτηση στο αμιάντου και ήταν εξαγωγές, όλος ο αμίαντος εξαγόταν στο εξωτερικό. Λοιπόν, που δεν προλάβαιναν και εγίνονταν αυτή η μεγάλη εργασία. Ν.Χ.: Εσάς η δική σας, ο δικός σας ο ρόλος ήταν, ήσασταν και παιδί, δηλαδή οι γονείς σας είχαν σχέση με το μεταλλείο, εργάζονταν, αλλά και εσείς εργαστήκατε; Και πόσα χρόνια ήταν τούτο το, Ν.Χ.: μπορείτε να, πόσα ήταν τούτα τα χρόνια που ήσασταν ενεργός, ας πούμε, σε σχέση με το μεταλλείο; Π.Σ.Π.: Ε, σε σχέση με το μεταλλείο ήταν τρία-τέσσερα χρόνια, όπως σας είπα, τον καιρό που ήμουν μαθητής. Εεε, αξίζει όμως να σας πω, ο παππούς μου δεν εργαζόταν απευθείας στο μεταλλείο, αλλά είχε ένα μαγειρείο και ένα μικρό παντοπουλείο. Γιατί τότε εκτός από αυτούς που εργάζονταν στις εργασίες του μεταλλείου, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι ήταν, Π.Σ.Π.: μπακάληδες, ράφτες, κουρείς, είχαν μικρά καταστήματα και λοιπά και λοιπά. Ένας από αυτούς ήταν και ο παππούς μου. Ε, τα τρία του όμως παιδιά εργάστηκαν. Ο θείος μου, ο ένας, ο μεγάλος, ο Νίκος, ήταν επιστάτης στους χώρους που έβγαινε ο αμίαντος, που ελέγοντο «μίννιες». Έβγαλαν, εβγάλαν τον αμίαντο σε διάφορες μίννιες, όπως τις λέγανε. Ήταν επιστάτης ο θείος μου. Ο δεύτερος μου θείος, ο Κώστας, Π.Σ.Π.: ήταν στα γραφεία, δούλευε στα γραφεία και ήταν ο ταμίας του Αμίαντου, της εταιρείας. Ο δε πατέρας μου και αυτός εργαζόταν στα γραφεία και ταυτόχρονα εργαζόταν και στο ταχυδρομείο. Είχαμε ταχυδρομείο στον Πάνω Αμίαντο και ήταν ο ταχυδρόμος, όχι με την έννοια ότι πήγαινε στα σπίτια, αλλά εκεί στο, στο χώρο, είχε ένα δωμάτιο ας πούμε, που ήταν το ταχυδρομείο, εργαζόταν εκεί. Λοιπόν. Εεε, η, και στις εποχές που εργάστηκα, θυμούμαι το εξής. Π.Σ.Π.: Την πρώτη χρονιά, τώρα δεν θυμάμαι αν ήμουν τρίτη ή τετάρτη τάξη του γυμνασίου, του Λυκείου, εργάστηκα στο γκαράζ. Ε, πρέπει να σας πω εδώ ότι, ε, το μεταλλείο ήταν αυτοτελές. Δηλαδή, είχε όλες τις ειδικότητες, όλους τους τεχνίτες και τα περισσότερα πράγματα εγίνοντο εκεί στο χωριό. Ένα, λοιπόν, από τα τμήματα ήταν το γκαράζ, οι μηχανικοί δηλαδή αυτοκινήτων. Λοιπόν. Π.Σ.Π.: Και εργαστήκαμε εκεί. Ε, την πρώτη χρονιά, ήμασταν και πιο μικροί, μας έβαζαν να καθαρίσουμε κάτι, να βιδώσουμε καμιά βίδα, να παρακολουθήσουμε λίγο, το ένα και το άλλο. Και, προσωπικά, κάτι που έχει μείνει στη μνήμη μου, εθαύμαζα πραγματικά αυτούς τους μηχανικούς, οι οποίοι μπορούσαν να διαλύσουν εντελώς ένα από τα μεγάλα οχήματα, να το κάμουν [κάνουν] βίδες δηλαδή και μετά να το ξαναστήσουν. Ε, σαν μικρό παιδί, βλέποντας αυτό το πράγμα, μου έκανε τρομερή εντύπωση. Π.Σ.Π.: Δηλαδή, έβλεπες ένα πράγμα, μόνο έναν σκελετό και μετά να ξαναγίνεται ένα μεγάλο όχημα από αυτά. Τη δεύτερη χρονιά εργάστηκα πάλι στο γκαράζ, αλλά στην αποθήκη του γκαράζ. Δηλαδή, υπήρχε μια αποθήκη τεράστια που υπήρχαν αναρίθμητα ανταλλακτικά των οχημάτων. Και έρχονταν εκεί οι μηχανικοί, με τους καταλόγους τους και με κωδικούς, «λέω, θέλουμε τούτο το πράγμα, θέλουμε το άλλο πράγμα». Π.Σ.Π.: Ε, ο υπεύθυνος που ήταν εκεί, ο κύριος Τάκης Αλκιβιάδης, ήταν και γείτονάς μας. Οπότε, μου έδωσε λίγη προσοχή, λίγη σημασία, προσπάθησα κι εγώ λίγο και έμαθα να βρίσκω κάποια ανταλλακτικά, οπότε τον εβοηθούσα λίγο, επήγαινα στην αποθήκη, ήξερα πού βρίσκονταν και τα έβρισκα. Ή εκαθαρίζαμεν πράγματα τα οποία υπήρχαν εκεί στην αποθήκη. Σε μια φάση, ίσως την επόμενη χρονιά, ο διευθυντής της εταιρείας, Π.Σ.Π.: ο νέος ο διευθυντής, ο κύριος Μάρκερ, μου ανέθεσε το εξής. Με έπαιρνε ο ίδιος μόνος του με ένα αυτοκινητάκι μικρό που είχε, με έβαζε πάνω σε έναν, μια κορυφή, που εφαινόταν όλο το μεταλλείο και μου έδωσε ένα ρολόι και μίαν πινακίδα και έπρεπε να γράφω ακριβώς την ώρα, τα λεπτά που ξεκίνησε το τάδε αυτοκίνητο, φόρτωσε, μέχρι εκεί που πήγαινε να ξεφορτώσει. Π.Σ.Π.: Ή που ξεφόρτωνε στο μεγάλο μύλο που υπήρχε εκεί. Λοιπόν, και φαίνεται ότι αυτός χρησιμοποιούσε τούτη την έρευνα, ας το πούμε, για δικούς του σκοπούς. Οπότε, ήταν κι αυτό. Και τελευταίο, ε, όταν ήμουν πέμπτη ή έκτη τάξη, δεν το θυμούμαι ακριβώς, γύρω στο Μάιο οι καθηγητές μας έκαναν μια απεργία. Ε, εν τω μεταξύ, σχολείο έκαμα στη Λεμεσό, Γυμνάσιο. Το δημοτικό το τελείωσα στον Πάνω Αμίαντο. Π.Σ.Π.: Λοιπόν, ε, έκανα. Ν.Χ.: Κατά τη διάρκεια του δημοτικού, εμένατε στον Πάνω Αμίαντο και. Π.Σ.Π.: Όχι, όχι απλώς τότε. Οι γονείς μου έμεναν στον Αμίαντο μέχρι που έκλεισε το μεταλλείο, μέχρι το 1988. Δηλαδή από το ’25 μέχρι το ’88 η οικογένειά μου ήταν συνέχεια στον Πάνω Αμίαντο. Λοιπόν, έκαμναν απεργία οι καθηγητές, η οποία κράτησε περίπου ένα μήνα. Οπότε επιστρέψαμε στα χωριά μας όσοι είμαστεν από μακριά. Και τότε η εταιρεία είχεν φτιάξει έναν πλυντήριο για να πλένει, Π.Σ.Π.: τις σακούλες μες στις οποίες έβαζαν τον αμίαντο για εξαγωγή. Οπότε, συμφωνήσαμε έξι-επτά παιδιά, μαθητές τότε, και αναλάβαμεν αυτό το πλυντήριο. Μάλιστα, λίγον εργολαβικά το αναλάβαμε ας πούμε. Ε, όταν ήταν η παραγωγή μας περισσότερη, πληρωνόμασταν και περισσότερο. Και έτσι, αυτό το, τον μήνα, ας το πούμε, εργάστηκα εκεί πέρα. Μ.Α.: Από όλες τις δουλειές που εκάμετε, ποια σας άρεσε παραπάνω; Π.Σ.Π.: Εεε, εντάξει, η αλήθεια όταν ήμουν στην αποθήκη του γκαράζ, δεν ξέρω, ένιωσα το λίγο περισσότερο τούτον το πράγμα, διότι ήταν και κάποια ευθύνη, αλλά εχαίρουμουν που έβλεπα τόσα ανταλλακτικά και εμάθαινα κι εγώ σιγά-σιγά ορισμένα πράγματα. Εεε αξίζει όμως να σας πω λίγο στην αρχή της εργασίας του μεταλλείου. Καταρχήν, το μεταλλείο Αμιάντου ήταν επιφανειακές οι εργασίες του. Δεν υπήρχαν. Μ.Α.: Τούνελ. Π.Σ.Π.: Δεν υπήρχαν τούνελ, ναι. Π.Σ.Π.: Ήταν, επιφανειακά έσκαβες, έβρισκες την πέτρα που είχε τον αμίαντο και την επεξεργαζόσουν. Και τότε χρειάζουνταν αναρίθμητα, εεε, χέρια. Γι' αυτό αναφέρεται περίοδος που υπήρχαν στον Αμίαντο 10 με 12.000 εργάτες. Κατ' αντιστοιχία υπήρχαν περίπου και τόσοι κάτοικοι στο χωριό, Αμίαντος. Βέβαια, κάποιοι έρχονταν από τα γειτονικά χωριά, αλλά περίπου ήταν το ίδιο. 10.000 εργάτες, 10 με 12.000 κάτοικοι στον Πάνω Αμίαντο. Π.Σ.Π.: Βέβαια, υπήρχαν και κίνδυνοι, γιατί φανταστείτε να σκάβεις το βουνό, μπορεί να ξεκολλούσε κάποιος βράχος, μπορεί να γλιστρούσες και λοιπά. Κάποτε δένονταν με τα σκοινιά. Είχαμε και κάποια δυστυχήματα αυτή την περίοδο. Και οι γυναίκες, όταν εβρίσκονταν αυτές οι πέτρες που έχουν τον αμίαντο, με ένα λεγόμενο «ματσίν» έσπαζαν τις πέτρες ή αν ήταν στην άκρη ο αμίαντος, προσπαθούσαν να τον κόψουν, να τον αφαιρέσουν. Εγέμιζαν κάποια λεγόμενα βουρνιά, Π.Σ.Π.: και αυτά επροχωρούσαν μετά σε κάποιους λεγόμενους μύλους για την επεξεργασία. Ε, αυτόν κράτησε όπως είπαμε για κάποιες δεκαετίες μέχρι ότου ήρθε σιγά-σιγά η εκβιομηχανοποίηση. Μ.Α.: Ε, ήθελα να σας ρωτήσω [μικρή παύση] και για τα μεροκάματα. Εσείς που ήσασταν παιδί, ας πούμε, επληρώνεστουν για τη δουλειά σας. Επληρώνεστουν καλά; Επληρώνεστουν λίγο; Π.Σ.Π.: Ε, εμείς εχαιρόμασταν πάρα πολύ έστω και εκείνα τα χρήματα που πιάναμε, ήταν λίγα, ήταν πολλά, ήταν μεγάλη χαρά το ότι έμπαινε στην τσέπη μας ένα ποσό. Εεε, [μικρή παύση] τώρα, εξαρτάται πώς θα το κρίνεις αυτό. Θεωρώ ότι για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, ήταν καλοί οι μισθοί στον Πάνω Αμίαντο. Εεε, να σας πω ένα παράδειγμα. Ο πατέρας. Μόνο ο πατέρας μου εργαζόταν. Η μητέρα μου δεν εργαζόταν. Ήμαστε δύο παιδιά. Με τα χρήματα αυτά που έπαιρνε ο πατέρας μας, σπουδάσαμε και τα δύο τα παιδιά. Π.Σ.Π.: Δηλαδή, είχαμε τη δυνατότητα. Και μάλιστα, ε, εντάξει, υπήρχαν οι εργάτες, υπήρχαν οι απλοί υπάλληλοι γραφείς και λοιπά, και υπήρχε και το ανώτερο προσωπικό του Πάνω Αμιάντου. Οι μεσαίοι και, και η μεσαία τάξη, εκτός από τους ανώτερους, είχαμε κάποια οικονομική άνεση. Ας πούμε, οι περισσότεροι απόκτησαν τα αυτοκίνητά τους από το '50-'60 και λοιπά. Ε, μόλις βγήκαν οι τηλεοράσεις, Π.Σ.Π.: είμασταν από τα πρώτα χωριά που βάλαμε τηλεόραση. Εεε, ταξίδια, έτσι με τα αυτοκίνητα και λοιπά. Δηλαδή, είχαμε οικονομική άνεση, θα την ονόμαζα εγώ. Ν.Χ.: Ήταν ελκυστικό δηλαδή να δουλεύει κάποιος στον, στον, στο μεταλλείο, λόγω και των μισθών, με άλλα λόγια. Αν δηλαδή αν ο πατέρας σας ήταν ίσως σε κάποια άλλη δουλειά, κάπου αλλού, μπορεί να μην είχατε την, την ίδια οικονομική άνεση, ενδεχομένως. Ν.Χ.: Ε, δεν ξέρω πώς ήταν η κατάσταση στην Κύπρο τότε γενικότερα. Εεε, αλλά φαίνεται ότι στην περιοχή εκεί ο κόσμος επήγαινε και γιατί ίσως οι μισθοί να ήταν πιο καλοί; Π.Σ.Π.: Και πιο καλοί και όχι μόνο αυτό, και σημαντικό αυτό που θα πούμε, δεν υπήρχαν και πολλές ευκαιρίες εργασίας εκείνες τις εποχές. Όταν λοιπόν ξεκίνησε το μεταλλείο Αμιάντου, αν διαβάσετε εφημερίδες της εποχής εκείνης, Π.Σ.Π.: θα δείτε πώς, πώς, πόσο ανάσα έδινε στον κόσμο ότι επιτέλους μπορείτε να βρείτε δουλειά. Διότι μόνο με τη γεωργία, ε δεν μπορούσαν να ζήσουν εύκολα οι άνθρωποι, να τα βγάλουν πέρα. Ιδίως επάνω στα βουνά. Τι, τι, τι να αποδώσει ας πούμεντε [ας πούμε], εεε, η γεωργία της εποχής εκείνης; Οπότε ήταν μια λύση για τους ανθρώπους και υπήρχε και μεγάλη ανεργία Π.Σ.Π.: και εκαταφύγαν πολλοί στον Αμίαντο για να βρουν ένα ψωμί να φάει η οικογένειά τους. Και γι' αυτό τον λόγο πλείστες οικογένειες, αναρίθμητες οικογένειες εζήσαν εξαιτίας του Αμιάντου. Θυμούμαι την κουβέντα κάποιου, εεε, Οικονομίδη το επίθετό του, από το Κοιλάνι που έλεγεν, «είδαμε φως που τον Αμίαντο». Από το Κοιλάνι τότε πήγαινε στον Αμίαντο. Υπήρχαν οικογένειες από την Πάφο, από τα χωριά της Πάφου, απ' όλα τα χωριά. Π.Σ.Π.: Που επήγαν εκεί για να μπορέσουν να ζήσουν. Άρα, και να μην ήταν τα εντελώς ικανοποιητικά, μισθολόγια, εεε, οι κάτοικοι είχαν πλέον μια εργασία, είχαν ένα σταθερό μισθό, δεν είναι έτσι; Και αυτό, με αυτόν ζήσαν οι οικογένειές τους. Μ.Α.: Ήθελα να σας ρωτήσω και εσείς που ήσασταν 15-16 χρονών, συνήθως σε εκείνη την ηλικία ούλλοι [όλοι] φανταζούμαστε εννά [θα] πάω να γίνω γιατρός, εννά [θα] πάω να γίνω δάσκαλος. Μ.Α.: Για ένα παιδί που τον Αμίαντο, ήταν μονόδρομος το ορυχείο ή είχε και ευκαιρίες να γινεί κάτι άλλο; Π.Σ.Π.: Βεβαίως. Βεβαίως. Μ.Α.: Εν [Δεν] ήταν, ας πούμε, κληρονομικό κάπως. Εδούλεψε ο παπάς μου, εννά [θα] μάθω και εγώ την τέχνη και θα δουλέψω κι εγώ. Π.Σ.Π.: Όχι. Όχι. Ο καθένας μπορούσε να επιλέξει ελεύθερα ό,τι ήθελε. Άλλωστε, οι πλείστοι μαθητές του Δημοτικού, προχωρήσαμε μετά και στο Γυμνάσιο. Και οι πλείστοι από το Γυμνάσιο, Π.Σ.Π.: είναι σπουδασμένοι. Οπότε σπούδασαν διάφορα, άλλοι καθηγητές, άλλοι γιατροί, άλλοι έτσι, άλλοι διαφορετικά. Ν.Χ.: Θυμίζει μου λίγο πώς πολλής κόσμος ξενιτευόταν παλιά, ξενιτεύτηκε για να πάει να δουλέψει σε κάποιες εταιρείες στο εξωτερικό. Φαίνεται ότι και ο Αμίαντος, το μεταλλείο στον Αμίαντο, εεε, έδωσε τούτη [αυτή] την ευκαιρία στον κόσμο, στον τόπο του, να, να μπορεί να — Π.Σ.Π.: — Ναι — Ν.Χ.: — να, να συναναστραφεί ενδεχομένως κιόλας και με, και με άλλο κόσμο, Ν.Χ.: να μάθει περισσότερα πράγματα ειδικά αν ήταν μόνο η γεωργία και η κτηνοτροφία τα. Π.Σ.Π.: Κάτι που θυμάμαι ότι είχα ακούσει είναι ότι την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, πολλές εταιρείες έκλεισαν, δεν μπορούσαν να δουλέψουν. Ο Αμίαντος εδούλευε. Οπότε, ακόμα ένας, εεε ένα στοιχείο που δείχνει ότι εκράτησε και τις οικογένειες, και της περιοχής, αλλά και τους κατοίκους. Και, όπως στην περίπτωση του παππού μου, που σας είπα ότι Π.Σ.Π.: τρία του παιδιά έμειναν εκεί, έκαμαν [έκαναν] οικογένεια και αυτά. Και άλλες πολλές οικογένειες, όλα τους τα παιδιά, είτε εργάστηκαν, είτε εκάμαν [έκαναν] οικογένειες. Άρα, υπάρχουν οικογένειες Πανω-Αμιαντίτικες που έφτασαν μέχρι τρίτης γενεάς. Άρα, λοιπόν, εεε, έμεναν και εκεί γιατί ήταν η ζωή τους πλέον. Ήταν η ζήση τους. Ήταν ο τόπος με τον οποίον συνδέθηκαν. Ν.Χ.: Ο λόγος που κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Ν.Χ.: Πολέμου το μεταλλείο εσυνέχισε να εργάζεται, ήταν γιατί τροφοδοτούσε, ενδεχομένως, εννοώ, ήταν, εεε, [μικρή παύση] εχρησιμοποιήθηκε με κάποιον τρόπο και ως, ε, σημαντική τέλος πάντων ύλη για, για τον πόλεμο; Με κάποιους, σε διάφορες χώρες; Με διάφορους τρόπους; Π.Σ.Π.: Εντάξει, δεν το ξέρω αυτό. Εκείνο όμως που είχα διαβάσει και μου έκανε εντύπωση, είναι ότι οι Γερμανοί, εεε, είχαν βρει κάποιο τρόπο Π.Σ.Π.: και έκαμναν [έκαναν] σκελετούς αυτοκινήτων με τον αμίαντο. Κυρίως στρατιωτικά αυτοκίνητα. Και αυτό τους εβοηθούσε γιατί, εεε δεν μπορούσαν εύκολα να εντοπίσουν ή, εεε [μικρή παύση] δεν μπορούσαν να τα, να τα ακινητοποιήσουν με ηλεκτρικούς τρόπους και λοιπά και λοιπά. Διότι ο αμίαντος δεν, δεν δέχεται, ας πούμε, τον ηλεκτρισμό. Π.Σ.Π.: Τέλος πάντων, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να μην θυμάμαι τις λεπτομέρειες ακριβώς, αλλά αυτό το θυμάμαι, ότι έφτιαχναν σκελετούς και εδημιουργήθηκε πρόβλημα σε άλλες χώρες που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτοκίνητα στρατιωτικά που χρησιμοποιούσεν δυστυχώς ο Χίτλερ. Άρα, γίνονταν εξαγωγές μέχρι την Αμερική, μέχρι την Ιαπωνία. Οπότε, και κάποιες χώρες να μην μπορούσαν να πιάσουν τον Αμίαντο, άλλες χώρες συνέχιζαν να πιάνουν. Ν.Χ.: Τα, τα διάφορα πόστα εργασίας, Ν.Χ.: Εεε. Η οικογένειά σας ήταν στη μέση, στη μέση τάξη — Π.Σ.Π.: — Ε, ας πούμε, ναι — Ν.Χ.: — Πώς αποφασιζόταν, όταν επήγαινε κάποιος στο μεταλλείο να δουλέψει, πώς έπαιρνε ένα πόστο; Π.Σ.Π.: Ξέρετε ότι την εποχή εκείνη οι πλείστοι άνθρωποι ήταν ολιγογράμματοι. Ένας ολιγογράμματος, ε, θα δούλευε εργάτης βασικά. Εεε αυτοί που εργάζονταν στα γραφεία, όπως ο πατέρας μου, ήταν κυρίως αυτοί που τελειώσαν, Π.Σ.Π.: ε, γυμνάσιο και ίσως εκάμαν [έκαναν] και κάποια μαθήματα λογιστικής και λοιπά. Και έπρεπε να ξέρουν και λίγο την αγγλική γλώσσα. Γιατί η εταιρεία ήταν αγγλόφωνη. Γι' αυτό και κάποιες λέξεις που χρησιμοποιούμε στον χωριό, ε, είναι διότι επικράτησαν λόγω της αγγλόφωνης εταιρείας. Μ.Α.: Μπορείτε να μας δώσετε κανένα παράδειγμα τέτοιας λέξεις; Π.Σ.Π.: Ναι, ας πούμε, δεν ελέγαμε τον κινηματογράφο, ελέγαμε το σινεμά. Εεε. Υπήρχεν το, Π.Σ.Π.: υπήρχαν, υπήρχε μηχανουργείο το οποίο είχε τεχνίτες. Α, αυτό, για να το συνδέσω με το προηγούμενο. Υπήρχαν κάποιοι που τέλειωσαν, τέλειωναν τεχνικές σχολές στην Κύπρο. Οπότε αυτοί ήταν είτε οξυγονοκολλητές, ήταν τορναδόροι, εεε, εφαρμοστές και λοιπά. Αυτοί εργάζονταν στο λεγόμενο μηχανουργείο του Αμιάντου. Λοιπόν, κανείς δεν το έλεγε μηχανουργείο. Το λέγαμε «workshop». Μ.Α.: Άρα, το κτίριο ελέγατε, Μ.Α.: εννά [θα] πάω στο «workshop». Π.Σ.Π.: Ναι, ναι. — Μ.Α.: — Οκ. Και άραγε και η λέξη που μας είπατε πριν, η μίννια — Π.Σ.Π.: — Ναι — Μ.Α.: — μπορεί να έρχεται από το «mines»; Π.Σ.Π.: Ναι, ναι. Ακριβώς, ακριβώς. Εδουλεύκαν [δούλευαν] στις μίννιες. Δεν λέγαμε εδούλευκαν [δούλευαν] ξέρω 'γω, στο τάδε βουνό ή στο τάδε βουνό. Μ.Α.: Πείτε μας λίγο, εμ οι σχέσεις των ανθρώπων πώς ήταν; Έρκετουν τωρά [ερχόταν τώρα] κάποιος που [από] την Πάφο με άλλες συνήθειες, άλλα, και κάποιος που [από] την Λάρνακα. Επηγαίναν τα [τα πήγαιναν] καλά; Μ.Α.: Ή μπορεί να είχε κανένα ανταγωνισμό, κανένα τίποτε; Π.Σ.Π.: Εντάξει, κάποιες προστριβές πάντα υπάρχουν λόγω της ανθρώπινης αδυναμίας. Κάπου είχα διαβάσει ας πούμε ότι εδιεκδικούσαν το τάδε δωμάτιο για να μείνουν, οπότε εδιεκδικούσε και κάποιος άλλος και μπορεί να γίνετουν [γινόταν] λίγο έτσι, ε, μια ψυχρότητα. Εεε, σας είπα ότι όλα τα σπίτια του Πάνω Αμιάντου ήταν της εταιρείας. Δεν είχαμε καθόλου εμείς δική μας περιουσία. Λοιπόν. Π.Σ.Π.: Αυτό τωρά βοήθησε τους κατοίκους στο να ζουν μια σχετικά ήρεμη ζωή. Δεν υπήρχαν, τι να, τι να μοιράσεις; Ούτε ζώα υπήρχαν να μπουν μεσ’ το περιβόλι σου, να φάσιν [φάνε] και να τσακώνεστε, ούτε για να μοιράσετε το νερό που έπρεπε να ποτίσετε και λοιπά. Ούτε, «μπήκες στο χωράφι μου και έκαμες [έκανες] το άλφα και το βήτα». Οπότε, από τη στιγμή που δεν υπήρχαν αυτοί, αυτές οι αιτίες προστριβών, υπήρχε μια σχετικά ήρεμη. Μικρό-διαφω [μικρο-διαφωνίες], μικρό-προβλήματα επαρουσιάζονταν. Π.Σ.Π.: Αλλά γενικά ήταν ήρεμη. Και μάλιστα, ένας χωριανός μας, χρονογράφος, ο Γεώργιος Σέρτης, αν τον έχετε ακούσει, έγραφε στο Φιλελεύθερο χρονογραφήματα, λέει, όταν επήγε να σπουδάσει, κάτι τον ερώτησε ο καθηγητής του και λοιπά, απάντησε και έμεινε και τον έβλεπε ο καθηγητής του. Λέει, «Που [Από] τη Λευκωσία εν [δεν] είσαι, που [από] τη Λεμεσό εν [δεν] είσαι, που [από] την Πάφο εν [δεν] είσαι, πόθεν εν [από] πού είσαι; Λέει, «Είμαι από τον Αμιάντο». Και τότε κατάλαβα, λέει, ότι, Π.Σ.Π.: ο Αμίαντος εδημιούργησε μια δική του ιστορία και γλωσσολογία, ας το πούμε, και λοιπά. Δηλαδή, αναγκάζετουν [αναγκαζόταν] ο άλλος να προσαρμοστεί στον τρόπο ζωής και του μεταλλείου, αλλά και του χωριού. Μ.Α.: Τα δωμάτια, ποιος αποφάσιζε ποιος πιάνει τι; Π.Σ.Π.: Υπήρχε, υπήρχε υπεύθυνος γι' αυτό το θέμα. Βέβαια. Υπήρχαν τα δωμάτια που έμεναν μόνοι τους οι εργάτες. Υπήρχαν όμως και σπίτια κανονικά που μέναμε εμείς οι οικογένειες. Π.Σ.Π.: Και μάλιστα υπήρχαν και σπίτια πολύ καλά, και αρχιτεκτονικά, είναι, αν δείτε κάποια σπίτια ας πούμε από αρχιτεκτονικής απόψεως, είναι πάρα πολύ σημαντικά. Ε, το 1930, [μικρή παύση] το 1926 με 1930 κάπου εκεί, εεε, προσελάβαν [προσέλαβαν] και έναν αρχιτέκτονα που [από] την Αγγλία, τον Walter Clark, ο οποίος εσχεδίασε αρκετά σπίτια πάνω στον Αμίαντο. Π.Σ.Π.: Μεμονωμένα σπίτια. Άρα, υπήρχαν και τα δωμάτια, υπήρχαν και κανονικά σπίτια. Και εδώ να σας πω επίσης ότι, λόγω της ανάπτυξης που πήρε ο Αμίαντος, υπήρχε το κεντρικό χωριό, εκεί που είναι η εκκλησία περίπου, και υπήρχαν 10 διαφορετικές συνοικίες, στις οποίες κάθονταν [έμεναν] είτε μικρές οικογένειες, είτε κάποιες συνοικίες ήταν μόνο-μόνο για εργάτες. Ν.Χ.: Μάλιστα. Υπήρχε κάποιου είδους εκπαίδευση ή προετοιμασία για τους εργαζόμενους πριν να. Δηλαδή, εσείς θυμάστε ότι, εεε, όταν εργαζόσασταν ως μαθητής ή ο πατέρας σας, υπήρχε κάποια εκπαίδευση; Και από ποιους; Π.Σ.Π.: Ε, ειδική εκπαίδευση δεν θυμάμαι να υπήρχε, αλλά, εεε, εκεί που ετοποθετήσουν [σε τοποθετούσαν], ας πούμε, Π.Σ.Π.: οι παλαιότεροι σιγά-σιγά σε έμπαζαν, σε βοηθούσαν ώστε να αντιληφθείς τον τρόπο εργασίας. Και είπαμε, σε, ας πούμε, εν τζαι εμπόρηεν [δεν μπορούσε] να γίνει οποιοσδήποτε μηχανικός, είναι κάποιοι οι οποίοι είχαν τούτη την ειδικότητα. Εν [δεν] μπορούσες να γίνεις τορναδόρος, έπρεπε να έχεις έστω και λίγη εκπαίδευση, ας πούμε. Οπότε, μετά μέσα από την πείρα, εεε, επροόδευες. Αλλά ειδική εκπαίδευση, δεν θυμάμαι να υπήρχεν. Ν.Χ.: Μέτρα ασφαλείας υπήρχαν; Ε, θυμάστε ατυχήματα; Π.Σ.Π.: Ναι. Εεε, για την εποχή εκείνη, εεε, νομίζω ότι υπήρχαν μέτρα ασφαλείας. Δηλαδή, αν τα δούμε βέβαια με τα σημερινά μέτρα ασφαλείας, καμία σύγκριση, ας πούμε. Αλλά για την εποχή εκείνη, με βάση τους νόμους και λοιπά, υπήρχαν μέτρα ασφαλείας. Εεε αλλά πάλι, όπως και σήμερα, όσα μέτρα και να πάρουν, Π.Σ.Π.: πάλι γίνονται εργατικά ατυχήματα. Εεε, υπήρχαν και την εποχή εκείνη. Αλλά έκανε προσπάθειες η εταιρεία, έκανε προσπάθειες. Και [μικρή παύση] εφρόντιζε. Έχουμε και μία μελέτη του υπεύθυνου των μεταλλείων, που επισκέφθηκε τον Αμίαντο και κατάγραψε εκεί το τι είδε, το τι εγίνετουν [γινόταν] και λοιπά και λοιπά. Και ήταν όλα θετικά, εκτός εβρήκε ένα, πράγμα έτσι για την πυρόσβεση που λέει «έκανα την εισήγησή μου Π.Σ.Π.: για να φροντίσουν το Α και το Β για την πυρόσβεση». Το άλλο επίσης που είναι σημαντικό. Εεε είναι ότι, στα πρώτα, στις πρώτες δεκαετίες, είχαν δημιουργηθεί, χτιστεί 9 μύλοι, μύλοι επεξεργασίας δηλαδή του μεταλλεύματος. Αυτοί οι μύλοι έβγαζαν πάρα πολλή σκόνη. Δηλαδή την εβλέπαμε, και από τα σπίτια μας, από το σχολείο μας, εεε, αυτό ήταν ολοφάνερο. Όταν ήρθε ο νέος ο διευθυντής που σας είπα, Π.Σ.Π.: έκαμε έναν νέον εργοστάσιο εννιαόροφο, με το οποίο αντικατάστησε αυτούς τους 9 μύλους. Λοιπόν. Ε, το έκανε με τέτοιο τρόπο, εντελώς σύγχρονες μεθόδους, και δεν έβγαινε καθόλου σκόνη. Καθόλου. Είχε, είχε, εεε, απορροφητήρες, ας το πούμε, και απορροφούσαν τη σκόνη, οπότε δεν έβγαινε έξω στην ατμόσφαιρα. Βέβαια, πάντοτε υπήρχε σκόνη, με το, και μόνο που επερνούσαν τα αυτοκίνητα, ας πούμε, Π.Σ.Π.: εδημιουργείτο σκόνη. Αλλά με το νέο εργοστάσιο αυτό, εκείνη όλη η σκόνη που έβγαινε από τους 9 μύλους ή μετά, ξέρω’ γω, 5 μύλους, πόσοι έμειναν, ε, σταμάτησε να υπάρχει. Άρα και αυτόν το εφρόντισε, ας πούμε, η εταιρεία. Λοιπόν. Και, επίσης, εεε, είχε δημιουργήσει, νοσοκομείο η εταιρεία, στο οποίο υπήρχε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Όλα τα έξοδα τα πλήρωνε η εταιρεία. Μπορεί για κάποια επίσκεψη Π.Σ.Π.: να πληρώναμε κάτι πολύ μικρό, αλλά ήταν για, δωρεάν ουσιαστικά η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ν.Χ.: Μάλιστα. Και η εταιρεία τότε ήταν, ήταν, ήταν αγγλική ή όι [όχι]; Π.Σ.Π.: Να σας πω. Ε, άλλαξε χέρια αρκετές φορές η εταιρεία από τότε που ξεκίνησε μέχρι μετά. Εεε, υπήρχαν και Άγγλοι μέτοχοι. Σε κάποια φάση υπερίσχυσε σαν Δανέζικη εταιρεία. Ήταν παρακλάδι μιας Δανέζικης εταιρείας. Π.Σ.Π.: Ο πρώτος διευθυντής ο Κούκουλας ήταν Αυστριακός. Ο δεύτερος σπουδαίος, υπήρχαν κι άλλοι βέβαια, αλλά οι πιο γνωστοί, ο Μάρκερ ήταν από την Δανία, ήταν Δανός. Ν.Χ.: Μάλιστα. Ναι. Μ.Α.: Ο κόσμος ήξερε ότι, τότε, εκαταλάβαινε ότι μπορεί να είναι επικίνδυνο Π.Σ.Π.: — Όχι, όχι.— Μ.Α.: — τούτη [αυτή] η δουλειά που έκαμνε [έκανε]; — Π.Σ.Π.: — Δεν. Εντάξει, επικίνδυνο με την έννοια ότι, αυτοί που εργάζονταν στους μύλους για παράδειγμα, εισέπνεαν αρκετή σκόνη. Αλλά αν ήταν επικίνδυνος Π.Σ.Π.: ή όχι ο Αμίαντος, δεν το γνωρίζαμε. Μ.Α.: Ο κόσμος ο ίδιος, ας πούμε, τούτη τη σκόνη ούλλη [όλη], εσκέφτετουν [σκεφτόταν] να κάμει [κάνει] κάτι για να προστατευτεί που [από] μόνος του; Ξέρω 'γω, να φορεί ένα μαντήλι ή κάποια μέτρα, αυτοσχέδια; Π.Σ.Π.: Ναι, ναι, υπήρχε, υπήρχε τούτο [αυτό]. Εεε, μετά, βέβαια, εεε, εχρησιμοποιούσαν και μάσκες που τους προσέφερε η εταιρεία. Ε, σε χώρους εργασίας χρησιμοποιούσαν το κράνος, ας το πούμε, πάλι Π.Σ.Π.: για προστασίαν τους. Αυτά σιγά-σιγά εγίνονταν. Ν.Χ.: Πώς επηρεάστηκεν η, η υγεία του κόσμου που τον, τι ήταν οι κίνδυνοι τούτοι [αυτοί] που και ποιοι επηρεαστήκαν; Άρα, πώς επηρεαζόνταν [επηρεαζόταν] η υγεία, πώς επηρεαζόταν, αλλά και ποιοι; Φαντάζομαι δεν επηρεάστηκαν όλοι. Π.Σ.Π.: Κοιτάξτε, αυτό το θέμα είναι πολυσυζητημένο, ας το πούμε. Εεε, εμείς, τουλάχιστον οι Πάνω Αμιαντίτες, Π.Σ.Π.: δεν έχουμε ιδιαίτερη εμπειρία ότι ο Αμίαντος εδημιουργούσε αρρώστια, καρκίνο. Να το πούμε έτσι εντελώς καθαρά. Δεν δεν έχουμε. Ερώτησα και άλλους χωριανούς, αν ξέρουν ανθρώπους που πέθαναν από καρκίνο. Είναι πολύ-πολύ μεμονωμένες περιπτώσεις. Και, ψάχνοντας τες [τις] εφημερίδες έτσι για να συγγράψω το βιβλίο, βρήκα και μία έκθεση, εεε, του γιατρού του Μαλιώτη, ο οποίος Π.Σ.Π.: έκαμε 10 χρόνια, γιατρός στο Νοσοκομείο Αμιάντου. Και ήταν τότε που ξεκίνησαν οι κουβέντες ότι είναι καρκινογόνος και ξέρω 'γω και λοιπά. Και ο άνθρωπος ένιωσε την ανάγκη και έστειλε μια επιστολή στην εφημερίδα και λέει, «Εγώ είμαι 10 χρόνια γιατρός εδώ πάνω, μεμονωμένα περιστατικά εβρήκα από καρκίνο και, μάλιστα, μία-δύο περιπτώσεις, επειδή οι άνθρωποι ήταν μανιώδεις καπνιστές». Καταλάβατε; Δεν. Π.Σ.Π.: Εμείς έχουμε τις αμφιβολίες μας για αυτό το οποίο λέγεται. Έτσι; Ε, εβγήκε αυτή η κουβέντα. Άλλωστε, λένε για καρκινογόνο Αμίαντο, κάποιον άλλου είδους Αμίαντου. Εξαρτάται και από τις ίνες. Υπήρχε ένας Αμίαντος με πιο μεγάλες ίνες. Υπήρχε Αμίαντος με πιο μικρές ίνες. Ο δικός μας είναι με πιο μικρές ίνες. Οπότε, αυτός δεν είναι, δεν εθεωρήτουν [θεωρείται] τόσο βλαβερός. Εντάξει; Από άλλα χωριά, Πελένδρι και λοιπά, αναφέρονται κάποιες περιπτώσεις, αυτά. Π.Σ.Π.: Αλλά κανένας μέχρι τώρα δεν ήρθε να μας πει, «Τόσοι άνθρωποι επεθάναν [πέθαναν] από καρκίνο του Αμιάντου». Κανένας. Και τους ερωτούμε. Πέστε μας πόσοι επεθάναν [πέθαναν]. Κατάλαβες; Ν.Χ.: Ναι. Πάτερ, εφεράτε [φέρατε] κάποια. Θέλετε να μας πείτε για τις πέτρες που φέρατε; Να μας εξηγήσετε πώς ήταν. Πώς είναι ο Αμίαντος; Π.Σ.Π.: Ναι. Αυτή είναι μια πέτρα. Αυτό που φαίνεται στην άκρη [μικρή παύση] είναι ο Αμίαντος. Ή, σε άλλες περιπτώσεις, Π.Σ.Π.: μπορούσε ο Αμίαντος να είναι μέσα στην, μέσα στην πέτρα. [00:35:34 ακούγεται ο ήχος κλικ. Αφαίρεση της κάμερας από το τρίποδο]. Ν.Χ.: Οπότε αν μπορώ να το — Π.Σ.Π.: —Ναι, να το δείτε. — Ν.Χ.: — να δείξω. Π.Σ.Π.: Ποιο θέλετε να δείτε; — Ν.Χ.: — Όποιο [00:35:42 θέλετε?]. — Π.Σ.Π.: — Εδώ, εδώ είναι μέσα στην πέτρα ο Αμίαντος. Και έπρεπε να σπάσει η πέτρα για να βγει αυτόν το κομμάτι που είναι γύρω-γύρω βέβαια, που είναι ο Αμίαντος. Εδώ είναι στην άκρη. Οπότε, έπρεπε αυτό το κομμάτι να το βγάλουν οι γυναίκες, όπως είπαμε τότε. Ν.Χ.: Μάλιστα. Π.Σ.Π.: Και μετά αυτόν επεξεργαζόταν Π.Σ.Π.: και εγίνετουν [γινόταν] ίνες, σε μια βαμβακώδη μορφή. Ν.Χ.: Άρα, μιας και μας αναφέρατε τις γυναίκες, υπήρχαν ρόλοι διαφορετικοί. Τι έκαμναν [έκαναν] οι γυναίκες συνήθως; Π.Σ.Π.: Αυτό που σας είπα. — Ν.Χ.: — Τι εκάμναν [έκαναν] τα παιδιά, τι εκάμναν [έκαναν] οι, οι ενήλικες; — Π.Σ.Π.: — Ναι. — Ν.Χ.: — Εντάξει είπαμε οι ενήλικες. — Π.Σ.Π.: — Οι άντρες, οι ενήλικες είναι αυτοί που έσκαβαν. Οι γυναίκες, οι ενήλικες είναι αυτές που ανέλαβαν το. Μάλιστα, τα πρώτα χρόνια τα επήγαιναν [έπαιρναν] στα χωριά τους, στον Κάτω Αμίαντο, στο Πελένδρι, στην Κακοπετριά. Π.Σ.Π.: Τα πρώτα-πρώτα τα χρόνια. Και εκεί στα σπίτια τους, ας πούμε, έσκαβαν, έκοβαν αυτές τις, το κομμάτι από τον Αμίαντο. Μ.Α.: Είχε [υπήρχε] καμιά περίπτωση; Τούτη [αυτή] την δουλειά έκαμναν την [την έκαναν] οι γυναίκες. Καταλαβαίνω. — Π.Σ.Π.: — Μετά, μετά εγίναν [έγιναν] οι μύλοι, οπότε τη δουλειά αυτή την έκαμναν [έκαναν] οι μύλοι. Μ.Α.: Είχε και άντρες που μπορεί να έκαμναν [έκαναν] τούτη [αυτήν] την δουλειά για οποιοδήποτε λόγο; Π.Σ.Π.: Ναι, μπορούσε να δυσκολεύεται κάποιος να βγει πάνω στο βουνό οπότε έκανε αυτή την δουλειά. Μ.Α.: Ή μπορεί κάποιος να ήταν πιο ηλικιωμένος ας πούμε; — Π.Σ.Π.: — Ναι. — Μ.Α.: — Και να το έκαμνεν [έκανε]. — Π.Σ.Π.: — Ναι. Μ.Α.: Έτυχε να ακούσετε ποτέ για γυναίκα που να κάμνει [κάνει] μια δουλειά που να θεωρείται αντρική; Ξέρω 'γω, να οδηγά το φορτηγό ή κάτι τέτοιο; Π.Σ.Π.: Όχι. Δεν άκουσα ποτέ μου. Συνήθως οι μηχανοδηγοί ήταν, ήταν άντρες. Εεε, εντάξει, τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ πιο μικρά τα αυτοκίνητα, αλλά μετά το '57-'58 που σας είπα, εεε, ο νέος μας ο διευθυντής έφερε Π.Σ.Π.: τεράστια, τεράστια οχήματα, εεε, είτε φορτηγά για, για μεταφορά, είτε αυτά που έσκαβαν τα βουνά, οι εκσκαφείς. Εμείς τα λέγαμε «ντινάι». Βλέπετε πάλι αγγλικό; «D nine». Ή επίσης τους μύλους δεν τους ελέγαμε ο «Μύλος ένα», ο «Μύλος δύο», ο «Μύλος τρία», λέγαμε το "P one". "Primary Mill ένα". "Primary Mill two". "P two", "P three" και λοιπά. Ε, Αυτά είχαν, Π.Σ.Π.: επικρατήσει εντελώς, ας πούμε. Μ.Α.: Ξέρετε καθόλου τζαι [και]. Εντάξει, η μητέρα σας, ας πούμε, ήταν στο σπίτι, — Π.Σ.Π.: — Ναι ήταν νοικοκυρά. — Μ.Α.: — εφρόντιζε την οικογένεια. Οι γυναίκες που έπρεπε τζαι [και] να εργάζονται τζαι [και] να φροντίσουν την οικογένειά τους, ήντα [τι] δυσκολίες είχαν; Π.Σ.Π.: Εντάξει, είχαν δυσκολίες, γιατί ήταν και πολλές ώρες που εργάζονταν τότε. Μ.Α.: Ας πούμε, πόσες ώρες; Π.Σ.Π.: Εεε, στις πρώτες δεκαετίες, από την ανατολή του ηλίου μέχρι τη δύση του ηλίου. Π.Σ.Π.: Που εργάζονταν. Ε, μετά σιγά-σιγά και με τις συντεχνίες, καθιερώθηκε το οκτάωρο. Είναι από τις πρώτες εταιρείες, υποθέτω, που καθιερώθηκε το οκτάωρο. Είναι από τις πρώτες εταιρείες που καθιερώθηκε ο 13ος μισθός. Αργότερα και 14ος μισθός. Ε, αυτά, επροχωρούσαν σταδιακά. Δεν έγιναν όλα από την αρχή, αλλά σταδιακά προχωρούσαν. Ν.Χ.: Και φαντάζομαι δούλευαν με, με κάποια δεδομένα διεθνή. Ν.Χ.: Ή που εφαρμόζονταν στις άλλες, — Π.Σ.Π.: — Βέβαια, βέβαια. Ναι ακριβώς. — Ν.Χ.: — στις άλλες χώρες; Π.Σ.Π.: Δεν είχαμε πείρα στην Κύπρο πώς να επεξεργαστείς τον αμίαντο. Αυτό στην αρχαιότητα θα γινόταν με κάποιους τρόπους, εντελώς χειρωνακτικούς. Οπότε, ναι, σίγουρα, εεε, έπαιρναν ιδέες από αλλού. Ν.Χ.: Και, επερνούσατε ωραία στον Αμίαντο; Εσείς ως παιδάκι, ξέρω’ γω. — Μ.Α.: — Και εγώ ήθελα να το ρωτήσω. — Π.Σ.Π.: — Λοιπόν, ναι. — Ν.Χ.: — τι θυμάστε έτσι; Π.Σ.Π.: Ερχόμαστε πλέον σε αυτήν τη φάση για το, παραπάνω για τη ζωή του χωριού. Π.Σ.Π.: Καταρχήν, να, να πούμε ότι, εεε, ο Πάνω Αμίαντος, πρέπει να γίνει κατανοητό αυτό. Ήταν απόλυτα συνδεδεμένος με το μεταλλείο Αμιάντου, ορυχείο είναι πιο σωστή λέξη, αλλά κι αυτόν επικράτησε, μεταλλείο. Λοιπόν. Και το μεταλλείο, η εταιρεία δηλαδή Αμιάντου, επροσπαθούσε να κάνει πιο άνετη τη ζωή των ανθρώπων. Όπως σας είπα, επρόσφερε σπίτια ,δωρεάν. Π.Σ.Π.: Και όλα τα συνεπακόλουθα. Δηλαδή, δωρεάν ηλεκτρισμός, δωρεάν ρεύμα, δωρεάν επιδιορθώσεις. Δεν είχαμε έγνοια καθόλου ότι εν να [θα] πάθει κάτι το σπίτι μας και αμάν και λοιπά. Υπήρχαν οι τεχνίτες. Υπήρχαν οι διευθυντές, υπήρχαν οι ηλεκτρολόγοι, υπήρχαν οι χτίστες, υπήρχαν οι πελεκάνοι. Γι' αυτό σας λέω ότι ήταν αυτοτελής. Οπότε τα πάντα τα είχαμε. Δεν είχαμε καμιά έγνοια πάνω σε αυτά, έτσι; Επίσης, η εταιρεία επροσπάθησε να προσφέρει στους κατοίκους Π.Σ.Π.: και κοινωνικά θέματα και θέματα ψυχαγωγίας. Να πω ένα παράδειγμα. Εεε, ήδη από τα πολύ παλιά, πριν το '29, εεε, έστησε η εταιρεία, υπαίθριο κινηματογράφο. Και επαρουσιάζονταν κάποιες ταινίες και λοιπά. Μετά, η ίδια η εταιρεία έχτισε ειδική, ειδικό χώρο, ειδικό κινηματογράφο, σινεμά, όπως το λέγαμε εμείς. Και εγίνοντο [γίνονταν] εκεί, εεε. Π.Σ.Π.: Επαρουσιάζονταν διάφορες ταινίες ή και θεατρικά έργα. Έρχονταν θεατρικοί θίασοι πάνω στον Αμίαντο και παρουσίαζαν έργα. Υπήρχε ένα ξενοδοχείο, που ήταν ιδιωτικό ξενοδοχείο εκείνο, του Μελή του Υδραίου ή της Μελίνας της γυναίκας του, και είχε μια αίθουσα εκδηλώσεων. Οπότε εκεί γίνονταν χοροί, εγίνονταν φεστιβάλ, εγίνονταν μουσικές εκδηλώσεις. Κάποιοι χωριανοί μου είπαν ότι ήρθε και η Βέμπο. Π.Σ.Π.: Δεν το βρήκα καταγεγραμμένο πουθενά, αλλά επιμένουν ότι θυμούνται ότι ήρθε και η Βέμπο. Λοιπόν. Αγώνες πάλης ακόμα εγίνονταν σε εκείνο το χώρο. Εεε, με Πάνω Αμιαντίτες, με Αρμένιους και λοιπά. Οπότε, άλλο, εεε, δεημιούργησε η εταιρεία διάφορες λέσχες. Ήταν πρώτη Λέσχη, η Λέσχη Διεθνής. Μετά έγινε η Λέσχη των Staff. Staff ήταν οι ανώτεροι υπάλληλοι. Π.Σ.Π.: Και εδώ πάλι, ανώτεροι υπάλληλοι ήταν οι staff. Λοιπόν. Μια λέσχη για τον πιο απλό κόσμο. Μια παιδική λέσχη, νομίζω δαμέ [εδώ] τα λέω λίο [λίγο] λάθος, δεν ήταν παιδική, ήταν εφηβική λέσχη, που οι έφηβοι είχαν την ευκαιρία εκεί και ποδόσφαιρο, και καλαθόσφαιρα, και πετόσφαιρα, και πινγκ-πονγκ, και μπιλιάρδο. Τα πάντα. Ακόμα, επρόσφερε η εταιρεία και νυχτερινά μαθήματα. Δηλαδή, είχαμε νυχτερινό σχολείο στον Πάνω Αμίαντο. Π.Σ.Π.: Να το πούμε έτσι. [γέλιο] Ν.Χ.: Για τους; — Π.Σ.Π.: — Για τους εργαζόμενους, ναι. Για να μάθουν κάποια γράμματα περισσότερα και λοιπά. Και μάλιστα, έστειλε και έναν, εεε, δάσκαλο, που ήξερε λίγο αγγλικά, στην Αγγλία για να εκπαιδευτεί περισσότερο και να επιστρέψει πίσω να διδάσκει αγγλικά, εεε, τους νέους. Λοιπόν. Εεε, η κοινωνική ζωή γενικά του Πάνω Αμιάντου ήταν πάρα πολλά [πολύ] σημαντική. Εεε, όπως σας είπα, υπήρχαν καλές σχέσεις Π.Σ.Π.: μεταξύ των ανθρώπων. Οι γειτονιές ήταν γειτονιές, υπήρχε η σχέση να πάει η γειτόνισσα να πιεί καφέ με την γειτόνισσα και λοιπά. Αλλά εγίνουντο [γίνονταν] και κάποιες, ας το πούμε, επισκέψεις υψηλότερου επιπέδου. Δηλαδή, ήταν να 'ρθει η κυρία τάδε, να μας επισκεφθεί, οπότε έπρεπε το σπίτι να περιποιηθεί λίο [λίγο] παραπάνω, έπρεπε να ανοίξει η σάλα του σπιτιού, να γίνει η φιλοξενία και λοιπά. Μ.Α.: Εσάς έτυχε ποτέ να έρθει κάποιος πιο ψηλά να επισκεφθεί το σπίτι σας; — Π.Σ.Π.: — Ναι, ναι. Όταν λέμε πιο ψηλά, εννοούμε τους άρχοντες. Π.Σ.Π.: τους Άγγλους και τις Αγγλίδες και λοιπά. Αλλά, ας πούμε, οι ανώτεροι υπάλληλοι στο γραφείο, ναι, έρχονταν. Και θυμάμαι μάλιστα μία περίπτωση. [γέλιο] Εεε, θα ερχόταν η κυρία Ελλάδα, εεε, του Μυλωνά, ήταν από τους τμηματάρχες εις στο γραφείο. Εεε, η μητέρα έκαμνε [έκανε] τις ετοιμασίες της και λοιπά και λοιπά. Εεε, εγώ ήμουν μικρό παιδάκι τότε. Οπότε όταν ήρθε, ξέρω’ γω, εμίλησαν λίγο. «Ω, Σπυράκη», λέει, μου Σπύρος ήμουν τότε. Π.Σ.Π.: «Σπυράκη, κουρεύτηκες και λοιπά». Εγώ από τη χαρά μου άρχισα να πηδώ. Και δεν το πρόσεξα. Οπότε κάποια στιγμή εγλίστρησα, εχτύπησα σε μία, αρμαρόλα [μπουφές-έπιπλο φύλαξης οικιακών ειδών] που υπήρχε εκεί. Υπήρχε ένα βάζο πάνω και έπεσε πάνω στο κεφάλι μου. [γέλιο] Λοιπόν. Ευτυχώς δεν έπαθα ιδιαίτερη ζημιά. Λοιπόν, αλλά τέτοιες ιδιαίτερες επισκέψεις εγίνοντο [γίνονταν]. Εεε, επίσης, υπήρχε η ποδοσφαιρική ομάδα στον Πάνω Αμίαντο. Πάλι την οποία εχρηματοδοτούσε η εταιρεία. Π.Σ.Π.: Και σε αυτήν έπαιζαν και Αρμένιοι. Γιατί, παρένθεσις, στον Πάνω Αμίαντο υπήρχαν και Τουρκοκύπριοι, και Αρμένιοι, και Ευρωπαίοι, είχαμε και μικρασιάτικες οικογένειες που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στον Αμίαντο και λοιπά. Οπότε σε αυτήν την ομάδα έπαιζαν και Αρμένιοι και συναγωνιζόταν ομάδες της πρώτης κατηγορίας. Υπήρχε λοιπόν ο αθλητικός σύλλογος του χωριού και έκαναν μια φορά το χρόνο μια συνεστίαση, ας την πούμε σήμερα. Π.Σ.Π.: και πήγαινε ο κόσμος και χαιρόταν. Μ.Α.: Οι, σχέσεις ανάμεσα σε άτομα από άλλες κοινότητες, Τουρκοκύπριοι, Αρμένιοι με τους χωρκανούς [χωριανούς] τζιαμέ [εκεί] ήταν ομαλά ή υπήρχε ανταγωνισμός; — Π.Σ.Π.: — Πολύ-πολύ ομαλά. Κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε. Εεε. Εντάξει, είπαμε πάντα κάποια μικροπροβλήματα παρουσιάζονται, αλλά ιδιαίτερα προβλήματα δεν υπήρχαν καθόλου. Και μάλιστα, να σας πω έτσι ένα περιστατικό. Π.Σ.Π.: Τον καιρό του αγώνα της ΕΟΚΑ, εεε, μια φορά οι Άγγλοι έπιασαν όλους τους ανώτερους υπαλλήλους, τους Κύπριους, ας πούμε, και τους επήραν στις Πλάτρες. Και έδωσαν εντολή σε κάποιους αστυνομικούς που ήταν εκεί να τους, χτυπήσουν λίγο, ας πούμε, να πάρουν πληροφορίες. Εεε, κάποιος Τουρκοκύπριος λοιπόν, αστυνομικός, ανάλαβε [ανέλαβε] ένα δωμάτιο στο οποίο ήταν μέσα ο, ένας τμηματάρχης Πλουτής Ευλογημένος. Π.Σ.Π.: Μόλις τον είδε, τον εκατάλαβε. Λέει του«Σε ξέρω» λέει, «Γιατί ο πατέρας μου εργαζόταν κοντά σου». Εργάζονταν στο μεταλλείο. Λοιπόν. «Γι' αυτό τον λόγο δεν θα σου κάνω τίποτα, αλλά για να είμαι κι εγώ καλυμμένος με τους απ' έξω, εγώ θα κάμνω [κάνω] ότι σου χτυπώ, να ακούγεται θόρυβος, εσύ θα κάμνεις [κάνεις] ότι βογκάς και ξέρω’ γω και λοιπά», και δεν του έκαμεν [έκανε] τίποτα. Και σε μια άλλη περίπτωση επιάσαν [πήραν] ένα παιδί, μαθητή, και τον εσύλλαβαν [συνέλαβαν] και τον επήραν πάλι στις Πλάτρες. Π.Σ.Π.: Εεε ήταν πάλι εκεί κάποιος αστυνομικός, ο οποίος εργαζόταν κάτω από τον πατέρα του παιδιού τούτου [αυτού]. Και εμεσολάβησε και τον άφησαν ελεύθερο. Δηλαδή, εκρατούσαν αυτό το στοιχείο, είχαν την εκτίμηση ότι εδουλεύαμε μαζί με τούτους [αυτούς] τους ανθρώπους, ότι εσυμπεριφέροντάν μας [μας συμπεριφέρονταν] καλά, «επαίρναν μας [μας έπαιρναν] σπίτι τους τζαι [και] τρώγαμε», καταλάβατε; Έτσι, δεν είχαμε τέτοια προβλήματα. Ν.Χ.: Ήσασταν χωρισμένοι ως κοινότητες ή σε ατομικόν επίπεδον. Ν.Χ.: εσυναναστρεφόσασταν; Π.Σ.Π.: Όι με τους πάντες. — Ν.Χ.: — Είτε με παιδιά, ας πούμε. — Π.Σ.Π.: — Ναι. Ν.Χ.: — Ή φαντάζομαι κάποιος Αρμένιος, μπορεί να είχε την, Αρμένης, μπορεί να είχε την οικογένειά του. Έτσι; Και να κάμνατε [κάνατε] και εσείς παρέα; Ή κάτι τέτοιο. Π.Σ.Π.: Εντάξει, δεν. Να σας πω. Εεε, πριν από εμένα, ας πούμε, θα υπήρχε αυτό. Πριν από εμένα. Εεε, εμείς, η ηλικία η δική μου, είμαι του ’54. Άρα, το ’58 που έγινε τούτη [αυτή] η αλλαγή η μεγάλη, ήμουν τεσσάρων χρονών. Π.Σ.Π.: Και έφυγαν οι πλείστοι. Οπότε άλλαξε η ζωή μετά το ’54. Μετά το. Συγγνώμη, το ’58. Αλλά οι προηγούμενοι, ναι. Δεν αποκλείεται να. Μάλιστα οοο, αυτός ο χρονογράφος που σας είπα προηγουμένως, ε, γράφει για την Μεγάλη Βδομάδα που έγινε στον Αμίαντο, ας πούμε, σε κάποια εποχή. Και λέει, «Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή, Π.Σ.Π.: «στα σκαλιά της εκκλησίας», λέει, «επειδή δεν είχαν πούποτε [πουθενά] αλλού να πάνε, εκάθουνταν Τουρκοκύπριοι». Ήρθαν τζιαμέ τζαι τζιαι κάτσαν πόξω που [ήρθαν εκεί και κάθισαν έξω από] την εκκλησία, ακούαν ήντα που εγίνετουν [άκουγαν τι γινόταν] ας πούμε, και λοιπά. Δεν τους ενόχλησαν. Καταλάβατε. Μ.Α.: Από όλες αυτές τις λέσχες, τις ποδοσφαιρικές ομάδες, εσείς εσυμμετείχατε κάπου; Π.Σ.Π.: Να σας πω. Μετά το ’58, η πρώτη ομάδα ας την πούμε του Αμιάντου, ε, ε, εδιαλύθηκε, Π.Σ.Π.: ας το πούμε έτσι και μετά ξανά δημιουργήθηκε όταν όμως εγώ δεν ήμουν πλέον στον Αμίαντο. Όμως, σαν παιδιά επαίζαμε το ποδόσφαιρό μας. Είχαμε χωράφες [χωράφια] και επαίζαμε. Και μάλιστα ένα μέρος που επαίζαμε συνήθως, μια από τις συνοικίες τις δέκα που σας είπα ήταν η λεγόμενη Χρυσόβρυση. Είναι, όταν έρχεστε από τον Καρβουνά, εκείνους τους πέντε δρόμους. Π.Σ.Π.: Φαίνονται εκεί κάποια σπίτια. Είναι η Χρυσόβρυση. Και εκάθονταν [έμεναν] αρκετοί, αρκετά παιδιά εκεί. Οπότε πηγαίναμε κάπου στο ενδιάμεσο, ήβραμε [βρήκαμε] μιαν άλλη χωράφα [χωράφι] τζαι [και] επαίζαμε ποδόσφαιρο. Μ.Α.: Τι άλλο σας άρεσε να κάμνετε [κάνετε] όταν ήσασταν μικροί; Π.Σ.Π.: Αυτά τα παιχνίδια της γειτονιάς. Αθυμούμαι [θυμάμαι] με κάποιους γείτονές μου, τζαι [και] ήμασταν τζαι [και] συμμαθητές μάλιστα, στην ίδια ηλικία, οι οποίοι τώρα είναι στον Καναδά. Έφυγαν μετά το 60’ και. Π.Σ.Π.: Έφυγαν και πήγαν στον Καναδά και έμειναν εκεί πέρα, όλη η οικογένεια. Λοιπόν. Επαίζαμε, [παίζαμε] συνέχεια, στις αυλάδες [αυλές] μας, σε κάτι βουνά που υπήρχαν απέναντι. Τζαι [και] το λέω έτσι κυπριακά «ετζυλιούμασταν μες το χώμα» [κυλιόμασταν μέσα στο χώμα], επαίζαμε παιχνίδια που «ετζυλιούμασταν μες το χώμα» [κυλιόμασταν μέσα στο χώμα] τζαι [και] πηγαίναμε σπίτι τζαι ήμαστεν [και ήμασταν] ολόασπροι. Μ.Α.: [γέλια] Οι μανάδες σας ήντα που ελαλούσαν που [τι έλεγαν που]; Π.Σ.Π.: Ε, εντάξει, μόλις επηγαίναμε σπίτι αμέσως εις στο μπάνιο. Ν.Χ.: Ε, τότε φαντάζομαι ήταν. Ν.Χ.: Ήταν τζαι [και] κάτι που έπρεπε να κάμνεις [κάνεις]. Ήταν κατανοητό ότι τα παιδιά θα ετζυλιούνταν [κυλιούνταν] στο χώμα οπότε φαντάζουμαι [φαντάζομαι] ότι δεν θα είχαν πρόβλημα. Π.Σ.Π.: Όι [όχι] δεν είχαν. Εντάξει. Απλώς έπρεπε να κάμουμεν [κάνουμε] το μπάνιο μας πριν ππέσουμε [ξαπλώσουμεν], να λερώσουμεν τα σεντόνια. Μ.Α.: Πάτερ, πείτε μας και λίγο για το σχολείο. Εσείς επήγατε δημοτικό στον Πάνω Αμίαντο. Πώς ήταν; Είχε πολλά παιδιά; Πώς ήταν οι δάσκαλοι; Π.Σ.Π.: Ναι. Πριν φτάσω στην εποχή μου, αξίζει να σας πω ότι, εεε, πάλι η εταιρεία Αμιάντου. Π.Σ.Π.: Εχορηγούσε δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά του Πάνω Αμιάντου. Μάλιστα, υπήρχε εποχή που ελειτουργούσαν τέσσερα δημοτικά σχολεία. Έναν ελληνικό, έναν τουρκοκυπριακό, έναν αρμένικο και έναν εγγλέζικο. Δεν ήταν μεγάλης, μεγάλης χρονικής διάρκειας, αλλά μια εποχή υπήρχαν τέσσερα δημοτικά σχολεία, τα οποία όλα τα χρηματοδοτούσε η εταιρεία. Π.Σ.Π.: Το Δημοτικό Σχολείο το ελληνικό έγινε δημόσιο το 1940 περίπου. ’38, ’39, ’40. Οπόταν και πάλι η εταιρεία Αμιάντου, εεε, εβοηθούσε εκεί με εποπτικά μέσα, με, ας πούμε, ένα μικρό πρόγευμα για τα παιδιά. Για εκδρομές. Μας έφερναν ξύλα το χειμώνα για να ανάβουμε τις σόμπες και λοιπά και λοιπά. Δηλαδή, ήταν παρούσα η εταιρεία Αμιάντου. Π.Σ.Π.: Ε, στην εποχή τη δική μου, επήγα σχολείο το ’60, εεε, ήμαστεν [ήμασταν] γύρω στους εξήντα μαθητές. Εξήντα μαθητές. Αλλά επεράσαμε πάρα πολύ όμορφα. Είναι φοβερές αναμνήσεις από την σχολική μας ζωή. Εεε, στην τρίτη τάξη, που θυμούμαι πλέον λίγο περισσότερο, εεε, ήρθε ένα ζευγάρι από την περιοχή της Κερύνειας, ο Κώστας ο Σωτηρίου και η Αννούλα Σωτηρίου. Ο πρώτος από τον Καραβά. Π.Σ.Π.: Η Αννούλα από την Λάπηθο. Και ήταν έτσι στα πρώτα τους χρόνια της διδασκαλικής ζωής, οπότε είχαν πολλή όρεξη. Και επειδή είδαν ότι είχαν ευκαιρίες εις στον Αμίαντο, είχαν συμπαράσταση και από τους γονείς και από την εταιρεία, εεε, μας επρόσφεραν πάρα πολλά πράγματα. Επήραμε πολύ σημαντική μόρφωση. Λοιπόν. Ένα πράγμα το οποίο θυμούμαι είναι ότι μας είχαν οργανώσει και. Π.Σ.Π.: Κάθε πρωί έπρεπε να πάμε λίγο ενωρίτερα [νωρίτερα], κανένα τέταρτο πριν παίξει [χτυπήσει] το κουδούνι, και είχαμε διάφορους τόπους για να καθαρίσουμε. Μια τάξη αυτό, άλλη τάξη αυτό, η άλλη. Και υπήρχε επιτροπή η οποία μετά επερνούσε και έλεγχε και εκάναμε και έτσι το χέρι [00:52:48 κάνει την κίνηση σαν να περνά τον δείκτη του χεριού του πάνω από μια επιφάνεια], η επιτροπή, για να δει μήπως υπήρχε σκόνη. Λοιπόν. Και υπήρχεν και περιπτώσεις που οι δάσκαλοί μας, το Σαββατοκυρίακο [Σαββατοκύριακο] επήγαιναν στα χωριά τους στην, Κερύνεια. Π.Σ.Π.: Ε, μες στο χειμώνα μπορεί να χιόνιζε. Οπότε να μην μπορούσαν να έρθουν ακριβώς στην ώρα τους. Ή, ξέρω’ γω, να συνέβαινε κάτι στο αυτοκίνητό τους. Ήρθε η ώρα του κουδουνιού; Η επιτροπή αυτή θα έπαιζε [χτυπούσε] το κουδούνι, εμπαίναμε στις τάξεις, ασχολούμασταν με κάτι. Εεε, έτσι, ήταν, εδούλευε ρολόι ας πούμε το σχολείο. Εεε, μια ανάμνηση που έχω, προσωπική ανάμνηση, είναι η εξής. Το σπίτι των δασκάλων ήταν δίπλα που [από] το δικό μας. Π.Σ.Π.: Ήμασταν γείτονες. Οπότε δημιουργήθηκε έτσι μια πιο καλή σχέση. Και ο δάσκαλος με έπαιρνε στο σχολείο κάποιες ώρες που δεν λειτουργούσε, για να τον βοηθήσω σε κάποια πράγματα. Ας πούμε, έγινα το δεξί του χέρι. Μια φορά έπρεπε οι διευθυντές των σχολείων να κάνουν μια συγκέντρωση [00:53:50 κάπου] προς τον Αγρό. Οπότε μας είπαν, «Αυτό κι αυτό, θα κάμετε [κάνετε] τούτες και τούτες και τούτες [αυτές και αυτές και αυτές] τις εργασίες, ησυχία και λοιπά». Π.Σ.Π.: Η γυναίκα του, η δασκάλα που είχε τις τρεις πρώτες τάξεις, ήταν σε άλλη αίθουσα. Λοιπόν. Εμπήκαμε μέσα, ξεκινήσαμε, κάναμε και λοιπά. Εεε, νεαροί όπως ήμασταν τότε, σιγά-σιγά αρχίσαμε να, αρχίσαμε να ζωηρεύουμε. Λοιπόν, οπότε εδημιουργήσαμε μια φασαρία. Ήρθε μια φορά η κυρία Αννούλα, μας έκανε παρατήρηση. Ήρθε δεύτερη φορά, τρίτη φορά. Εεε, ασφαλώς εμετάδωσεν [μετέδωσε] το μήνυμα εις στον σύζυγό της. Την επόμενη ημέρα, εεε, Π.Σ.Π.: ακούσαμε έτσι πάρα πολύ αυστηρή επίπληξη. Οπότε σε μια στιγμή με φωνάζει, «Έλα εδώ στην έδρα!». Και μου λέει, «Και συ, τέκνον Βρούτε;» [γέλια] «Και συ έκαμνες [έκανες] φασαρία;». Άρπαξα έτσι, ένα χαστούκι. [γέλια] Και το θυμάμαι μέχρι τώρα. Αλλά μας εβοήθησαν έτσι να, να ωριμάσουμε και να αντιμετωπίσουμε πολύ πιο σοβαρά μετά και τις, στο σχολείο. Την εποχή εκείνη για να μπεις στο γυμνάσιο, Π.Σ.Π.: έπρεπε να δώσεις εξετάσεις. Αλλά ήμασταν τόσο προετοιμασμένοι που όλοι είχαμε περάσει στο γυμνάσιο. Ν.Χ.: Οπότε ήταν, θυμάστε συγκεκριμένα το, το, το ζευγάρι, από τη Λάπηθο των δασκάλων, έτσι; Π.Σ.Π.: Ναι. Ν.Χ.: Ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια των; — Π.Σ.Π.: — Από την τρίτη μέχρι την έκτη, ήταν αυτοί. Ν.Χ.: [00:55:19 Λέξη που δεν ακούγεται] Μάλιστα. Π.Σ.Π.: Προηγουμένως ήταν κάποιος, Παπαδόπουλος, Σωκράτης Παπαδόπουλος. Ναι. Κάποιος άλλος, δεν το θυμάμαι το όνομα του. Μ.Α.: Ποιο ήταν, ας πούμε, το αγαπημένο σας μάθημα στο σχολείο; Π.Σ.Π.: Εεε, εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι είχα ιδιαίτερο. Μου άρεσε το μάθημα, των Θρησκευτικών, από τότε. Της Γεωγραφίας μ' άρεσε το μάθημα, γιατί εκάμναμεν τζαι [κάναμε και] κάτι χάρτες, εεε, έτσι ανάγλυφα και λοιπά, μ' άρεσε αυτό. Μ.Α.: Έτυχε να μαθαίνετε, εμαθαίναν σας τζαι [σας μάθαιναν και] για την περιοχή σας; Να σας βκάλλουν [βγάζουν], να σας δείξουν τη φύση, τα ζώα; — Π.Σ.Π.: — Ε, βέβαια. — Π.Σ.Π.: — Ε, βέβαια. — Μ.Α.: — Ή ήταν μάθημα μόνο στην τάξη; — Π.Σ.Π.: Εντάξει, όι [όχι], εν [δεν] μπορώ να πω ιδιαίτερα ότι, εφκαίναμεν [βγαίναμε] κάθε λίον [λίγο] έξω. Αλλά, ασφαλώς υπήρχε αυτό. Ε, στα μαθήματα να σας πω ότι, πάλι έτσι μια προσωπική εμπειρία. Τότε είχαμε τα πνεύματα. Ψηλές, δασείες. Θυμάστε; Τζαι [και] μας έβαλε διαγώνισμα ο δάσκαλος, ένα κείμενο να βάλουμε τις ψηλές. Και μου ήρθε έτσι η έμπνευση εκείνη τη στιγμή, να τα κάνω όσο πιο μαύρα εμπορούσα, ας πούμε, τις ψηλές και τις δασείες. [γέλια] Και όταν μετά το είδε ο δάσκαλος. Π.Σ.Π.: Του άρεσε, ας πούμε, γιατί έδωσα έμφαση εκεί που ήθελε να, να δει ας πούμε στο διαγώνισμα. Εεε, μια φορά, εκάναμε έναν περίπατο, εεε, σε μια περιοχή που το λέγεται Κόκκινο Φανάρι, που ήταν άλλη, ακόμα μια συνοικία του Αμιάντου. Τζαι [και] λίγο πιο πάνω υπήρχε το λεγόμενο Αλμυρολίβαδο, υπάρχει μέχρι σήμερα, και η περιοχή που λέγεται Λούματα των Αετών. Είναι μια πολύ. Π.Σ.Π.: Πολύ όμορφη περιοχή. Και τώρα είναι εκδρομικός χώρος. Λοιπόν, επήγαμε, εχαρήκαμε και λοιπά, επαίξαμε. [μικρή παύση] Σε κάποια στιγμή όμως, ενώ ήταν ολοκάθαρος ο καιρός, άρχισε και μαύριζε. Άρχισε τζαι εμαζεύετουν [και μαζευόταν] συννεφιά. Δεν επρολάβαμε καν να κάνουμε τίποτε τζαι [και] άρχισε τζαι έβρεχε καταρρακτωδώς. Οπότε δεν υπήρχε, δεν είχαμε άλλη λύση, να περπατήσουμε, να έρτουμε [έρθουμε] στο χωριό. Και οι δασκάλοι, επειδή είχαν και την έγνοια και την ευθύνη, επέμεναν ότι θα περπατούμε στη μέση του δρόμου. Π.Σ.Π.: Δεν θα πηγαίνουμε κάτω που (από) δεντρά, γιατί ήξεραν ότι μπορεί ένα δεντρό μπορεί να τραβήξει τον κεραυνό. Και επέμεναν λοιπόν να περπατούμε, εεε, στη μέση. Δύο χωριανοί μας που είχαν έτσι μικρά αυτοκίνητα, αντιλήφθηκαν ότι πλέον τα παιδιά κινδυνεύουν. Οπότε έπιασαν γρήγορα τα αυτοκίνητά τους, έβγαλαν τις πισινές τις μαξιλάρες [τα πίσω καθίσματα], ήρθαν πάνω, έβαλαν τα μικρά τα παιδιά μέσα και τους επήραν. Οι υπόλοιποι συνεχίσαμε τζαι [και] επερπατούσαμε. Π.Σ.Π.: Οπότε ξαναήρθαν και μας επήραν όλους. Ε, ήταν έτσι μια εμπειρία αυτή που μας, την, θυμόμαστε, όλοι. Ν.Χ.: Εεε έχετε, έχετε πάει, επιστρέψατε στον, στο χώρο του μεταλλείου; Πρόσφατα, τέλος πάντων; Υπάρχει ακόμα το σπίτι που ήσασταν ή, εν, εν [δεν, δεν] σας ενδιέφερε να πάτε να επισκεφθείτε ξανά το; Π.Σ.Π.: Όχι, ασφαλώς μας ενδιαφέρει και δεν σταματήσαμε ποτέ Π.Σ.Π.: να πηγαίνουμε στον Αμίαντο. Εεε, θα έλεγα ότι είμαστε από τους τυχερούς εμείς, η οικογένειά μου, ας πούμε, γιατί διατηρούνται και τα δύο σπίτια τα οποία είχαμε. Λέω δύο, γιατί κατά καιρούς μας αναβάθμιζε η εταιρεία και πηγαίναμε σε καλύτερο σπίτι, ας πούμε. Ξεκινήσαμε από ένα πολύ μικρό, μετά πήγαμε σε ένα άλλο, και τρίτο όταν εγώ πλέον έφυγα για σπουδές, επήγαν σε άλλο. Εεε, αυτά τα δύο τελευταία σπίτια σώζονται. Και το ένα και το άλλο. Το ένα, βέβαια, είναι υπό κατάρρευση. Π.Σ.Π.: Το άλλο σπίτι που είναι από πλάκες Αμιάντου κατασκευασμένο, ε, υπάρχει, σώζεται. Οπότε πηγαίνουμε. Εκτός όμως από αυτό, το βασικό, είναι ότι για να διατηρήσουμε λίγο την ιστορία του χωριού μας. Εφόσον είμαι και ιερέας πλέον. Πηγαίνουμε δύο φορές το χρόνο και λειτουργούμε στην εκκλησία, η οποία ευτυχώς σώζεται. Είναι αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρνάβα η εκκλησία του χωριού μας. Και είχαμε στο χώρο πλέον του μεταλλείου. Π.Σ.Π.: Ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Μάμα. Το οποίο όμως ήταν παλιό μοναστήρι του 12ου-13ου αιώνα. Το οποίο, σε κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε και λοιπά. Εκατάρρευσε. Μάλιστα, ένας Ρώσος περιηγητής, ο, ο Βασίλειος Μπάρσκι, που κατέγραψε και πάρα πολλά μοναστήρια της Κύπρου, επισκέφθηκε τον τόπο εκείνο και είπε ότι είναι ερειπωμένο πλέον το μοναστήρι. Εεε. Π.Σ.Π.: Όταν ξεκίνησαν οι εργασίες του μεταλλείου, εξαναχτίστηκε το μικρό το εκκλησάκι. Και πηγαίναμε στις 2 του Σεπτέμβρη που είναι η γιορτή του Αγίου Μάμα, και εγίνετουν [γινόταν] μεγάλη πανήγυρις. Έρχονταν από όλα τα μέρη, από όλες τις περιοχές, τα χωριά εκεί. Λοιπόν. Σε κάποια φάση, δυστυχώς, το, εκκλησάκι αυτό έτυχε να βρίσκεται μες στο κέντρο του μεταλλείου. Η εταιρεία επέμενε ότι θέλει το χώρο εκείνο και λοιπά, έκαναν μια συμφωνία, τέλος πάντων. Π.Σ.Π.: Έδωσαν κάποια χρήματα να χτιστεί αλλού εκκλησάκι που δεν χτίστηκε. Και το εκκλησάκι εσκεπάστηκε. Όμως εμείς, για να κρατήσουμε τη μνήμη και των δύο Αγίων, πηγαίνουμε την πιο κοντινή Κυριακή, μες στον Ιούνιο, για τον Απόστολο Βαρνάβα, και μες στον Σεπτέμβρη, τέλος Αυγούστου, αρχές του Σεπτέμβρη, για τον Άγιο Μάμα. Επίσης, και από μόνος μου πηγαίνω αρκετές φορές επάνω, να δω αν είναι εντάξει η εκκλησία, να, ανάψουμε κανένα κεράκι, να προσκυνήσουμε. — Μ.Α.: — Πείτε μας λίγο για την εκκλησία. Πότε εχτίστηκε, ποιος είχε την πρωτοβουλία, ποιος την έχτισε; Π.Σ.Π.: Ναι. Η εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα, η κεντρική εκκλησία του χωριού, θα χτίστηκε γύρω στο 1920. Και την έχτισε η εταιρεία, όχι κάποιος κάτοικος. Η εταιρεία ανέλαβε και την έχτισε της εκκλησίας. Και η εταιρεία συνέχισε να δίνει μηνιαία εισφορά στην εκκλησία, για να καλύπτει τις ανάγκες της. Λοιπόν Π.Σ.Π.:. Εεε, εκεί βαφτίστηκαν πολλά παιδιά, εκεί παντρεύτηκαν πολλοί Πάνω Αμιαντίτες. Εεε, και αξίζει να αναφέρω δύο περιπτώσεις ιερέων που έτσι έμειναν στην ιστορία του Πάνω Αμιάντου. Ο μεν ένας είναι ο Πατήρ Ιωακείμ. Αυτός ήρθε από την, Έλληνας, αλλά ήρθε από την Αίγυπτο. Ίσως και Κύπριος, γιατί κάπου διάβασα ότι πιθανόν να ήταν και στο μοναστήρι του Μαχαιρά. Λοιπόν. Π.Σ.Π.: Εεε και εν πάση περιπτώσει, ήταν Πρωτοσύγκελος Αρχιμανδρίτης και ήρθε από την, από την Αίγυπτο. Και ήταν έτσι ένας λαϊκός άνθρωπος. Οπότε επροσέγγιζε τους κατοίκους, εμίλουσε μαζί τους, επήγαινε στα καφενεία, επήγαινε στο σινεμά και λοιπά και λοιπά. Και ήταν πάρα πολύ αγαπητός στους χωριανούς. Και όλοι θυμούνται τον Πάτερ Ιωακείμ. Ήταν δε και καλλίφωνος, έτσι είχε ωραία φωνή. Π.Σ.Π.: Και αυτόν εδούλεψε ακόμα περισσότερο, ας πούμε, στην. Και η δεύτερη περίπτωση είναι ο Πάτερ Στυλιανός, που ήταν την εποχή τη δική μου, ένας νεαρός ιερέας. Ήταν στην Ιερατική Σχολή, με πολλή όρεξη, πολύ ζήλο. Μας έκανε κατηχητικό. Και έτσι είχε πολλή ευσέβεια. Και προσπαθούσε να καθοδηγήσει τον, το λαό. Οπότε είχαμε καλούς ιερείς, θα έλεγα, στον Πάνω Αμίαντο. Κάποτε εναλλάσσονταν, γιατί δεν ήταν εύκολο ένας να μείνει μόνιμα εκεί. Π.Σ.Π.: Ο Πάτερ Στυλιανός εργαζόταν και η γυναίκα του στον Αμίαντο, οπότε εβολευτήκαν [βολεύτηκαν] έτσι κάπως καλύτερα. Ν.Χ. Ένα λεπτό. Π.Σ.Π.: Ναι. Ν.Χ. Σταματώ το γιατί εν έχει μπαταρία. [01:03:00 Δεν ακούγεται] — Π.Σ.Π.: — Ε, να το κλείσεις και εσύ λίγο έτσι να. — Ν.Χ.: Ε. Πρέπει να αλλάξω την μπαταρία. Έχω άλλη. Π.Σ.Π.: Εντάξει. [01:03:20- 01:03:25 ήχος από βήματα και χαρτιά]