Μαγδαληνή Αντρέου: Ξεκινήσαμε. Λοιπόν, θα ήθελα πρώτα και κύρια να μου πείτε το όνομά σας, το επίθετό σας και την ημερομηνία γέννησης. Φρύνη Παπαδοπούλου: [γέλιο] Φρύνη Ιωάννου Χατζηθεοφάνους Παπαδοπούλου. Μ.Α.: Ημερομηνία γέννησης; Φ.Π.: 13/1/1939. Μόλις πάτησα τα 87 μου Φ.Π.: χρόνια. Μ.Α.: Εμ, κυρία Φρύνη θέλω να μου πείτε ποια είναι η σχέση σας με τον Πάνω Αμίαντο. Φ.Π.: Αχ, είναι εκεί που γεννήθηκα βασικά. Εκεί πάνω, μέσα στα χιόνια του Πάνω Αμιάντου. Που πρέπει να σας πω ότι τότε που εγεννήθηκα, το 1939, γιατί ήταν οι δύο τελευταίες δεκαετίες, το ’20 και το ’30, ήκμαζε ο Πάνω Αμίαντος. Φ.Π.: Το μεταλλείον του Πάνω Αμιάντου. Μάλιστα. Υπήρχε μια πολιτισμικότητα θα μπορούσα να πω. Δηλαδή είχαμε Ρώσους που είχαν φύγει από την επανάσταση του ’18 αν δεν κάνω λάθος. Είχαμε Γερμανούς οι οποίοι έφυγαν αργότερα εεε όταν δεν συμφωνούσαν με την πολιτικήν του Χίτλερ. Είχαμε Αρμεναίους [Αρμένιους] και Έλληνες από την Φ.Π.: Μικρασιατικήν καταστροφήν του ’22. Εγγλέζους. Ήταν Αγγλοκρατία τότε. — Μ.Α.: — Πάρα πολύ [00:01:38 δεν ακούγεται]. — Φ.Π.: — Λοιπόν, υπήρχεν μια πολιτισμικότητα. Τωρά [τώρα], απ’ ότι έχω ακούσει και από τους γονείς μου, ήταν η εποχή της δεκαετίας του ’30 βασικά, που υπήρχεν εκεί πάνω κάπου 10.000 κόσμος. Μ.Α.: Πολύ μεγάλος πληθυσμός. Ε, εσάς η οικογένειά σας Μ.Α.: πώς εβρέθηκε, με ποιαν αφορμή βρέθηκε στον Πάνω Αμίαντο; Φ.Π.: Ο παππούς και η γιαγιά, από το χωριό Λαζανιά. Επειδή την τότε εποχή δεν υπήρχαν δουλειές. Και όταν άνοιξεν το μεταλλείον του Πάνω Αμιάντου, εεε, πρέπει να σας πω ότι ολόκληρη η περιοχή εκεί, Παλαιχώρι και τα άλλα χωριά τα τριγύρω, εεε, οι πιο πολλοί κάτοικοι έβρισκαν ε, δουλειάν Φ.Π.: εκεί στο μεταλλείον. Λοιπόν, επήγαν, ήταν εκεί η γιαγιά, ο παππούς αρχικά. Και ακόμα είναι να προσθέσω κάτι, είναι ότι είχαν ένα σπίτι η γιαγιά που ήταν 12 δωμάτια και η γιαγιά μου επρόσφερεν ένα είδος, ας το πούμε, "bed and breakfast" [00:02:48 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: το "bed and breakfast" είναι κατάλυμα που προσφέρει διαμονή και πρωινό], διότι δεν υπήρχαν ούτε ξενώνες, ούτε ξενοδοχεία την τότε εποχή. Και ήταν αρκετός κόσμος που εμπορούσεν να μείνει ένα ή δύο βράδια Φ.Π.: και η γιαγιά [γέλιο] τους επρόσφερεν ένα είδος ας το πούμε breakfast [πρωινό]. Δηλαδή το τσάι, το χαλούμι, το αυγό, το λουκάνικο. Ναι. Μ.Α.: Ο παππούς τι δουλειάν έκανε στον Πάνω Αμίαντο; Φ.Π.: Εργαζόταν στο μεταλλείον ο παππούς. Βέβαια. Οι, οι πιο πολλοί που πήγαν εκεί εργαζόντουσαν εκεί, εργάτες, εις το μεταλλείον. — Μ.Α.: — Χμχμ. — Φ.Π.: — Ε, η μητέρα μου τότε ήταν, α, εφοιτούσεν εις το American Academy [Αμερικάνικη Ακαδημία] στη Λευκωσία. Φ.Π.: Α, αργότερα είναι που εσταμάτησεν από εκεί, είχε πάει μέχρι την τετάρτη τάξη, και μετά η γιαγιά θεώρησεν ότι ήταν πιο καλά να πάει να μάθει ράψιμον και να αρχίσει να εργάζεται πάνω στον αμ, Αμίαντο. Και όντως είχε δίκαιον η γιαγιά γιατί η μητέρα μου ήταν πάρα πολύ καλή ράφταινα, εξελίχθηκε στη συνέχεια, Φ.Π.: και είχεν όλην την αριστοκρατίαν, ας το πούμε, του Πάνω Αμιάντου. Και έτσι είναι που βασικά εγνωρίστηκεν και με την νονά μου, την Anna Wheeler, Noel Wheeler, ο τατάς [νονός] μου, και όταν έμεινεν έγκυος η μητέρα μου, ε, ήθελαν το παιδί να το βαφτίσουν εκείνοι [00:04:23 ακούγεται ήχος από αυτοκίνητο] είτε αγόριν ήταν είτε κορίτσι. Αντιλαμβάνεσαι ότι την τότε εποχή δεν υπήρχεν το σημερινόν ultrasound [υπέρηχος] Φ.Π.: για να ξέρουν το φύλον του παιδιού από πριν. Μ.Α.: Θέλετε να μου πείτε τα ονόματά τους; Του παππού, της γιαγιάς, της μητέρας σας; Φ.Π.: Αριστόδημος Φιλίππου ο παππούς, Αλεξάνδρα η γιαγιά, Ερατώ η μητέρα μου. Και, αφού μου το θίγεις αυτό, θα ’θελα να πω ότι σε εκείνον το μικρό χωριό, τη Λαζανιά, που είναι παραφθορά της ξένης λέξης Λουζινιάν, [μικρή παύση] Φ.Π.: διαμέσου των χρόνων, των αιώνων, έχουν διατηρήσει αρχαία ελληνικά ονόματα, ήθη και έθιμα, θρησκείαν. Και κυρίως εκείνον που μου κάμνει [κάνει] μεγάλην εντύπωση, γιατί όταν εγώ γεννήθηκα το ’39, πείτε ότι το ’40 περίπου επρόκειτο να με βαφτίσουν, ο τότε ιερέας δεν δεχόταν το όνομα Φρύνη. [μικρή παύση] Φ.Π.: Και αναγκαστήκαν οι γονείς μου και με έβγαλαν ένα άλλο όνομα που το δεχόταν η εκκλησία, χριστιανικόν να πούμε, κι ας μην ήταν ελληνικόν, εννοώ από την αρχαίαν Ελλάδα, και αργότερα είναι που οι νονοί μου ζήτησαν από τον πατέρα μου να κάμει ένορκο δήλωσιν ότι το παιδί αυτό από τώρα και στο εξής το όνομα θα είναι Φρύνη. Γιατί όμως; Γιατί εμελετούσαν Φ.Π.: εκείνοι την αρχαίαν ελληνικήν μυθολογία. Και ήξερεν η νονά μου, και πολύ αργότερα όταν εμ, εμεγάλωσα, και έτυχεν να πάω να την δω ακριβώς όταν επάτησε για πρώτη φορά ο άνθρωπος το πόδι του στο φεγγάρι. Τότε οι νονοί μου είχαν σπίτι στη Σκουριώτισσα. Και εγώ δεν έχασα ευκαιρία και είπα, επειδή τα ραδιόφωνα, οι τηλεοράσεις Φ.Π.: ήταν, ε, νομίζω, 20 Ιουλίου του 1969 αν δεν κάμνω [κάνω] λάθος, αν θυμάμαι καλά την ημερομηνία, και [00:06:40 βήξιμο] η "Σεληνάκατος" τα κατάφερε, στο φεγγάρι. Louis Armstrong, ο πρώτος. Και πάω εγώ να τους επισκεφθώ περιμένοντας ότι θα ακούν ραδιόφωνο, θα βλέπουν τηλεόραση, πα, πα, πα. Και μου ανοίγει η νονά μου, από τα πρώτα τυπικά, Φ.Π.: αγκαλιές, φιλιά, εγώ έφερνα πάντα και διάφορα πράγματα, εκεί τους έπαιρνα. Ήταν ήχος σιωπής μέσα στο σπίτι τους. Ο νονός μου καθόταν απέναντι στην πολυθρόναν με την εφημερίδα του και τα περιοδικά του γύρω γύρω, και όταν με είδε φυσικά σηκώθηκε πάνω να ’ρθει να με καλωσορίσει και εκείνος, να με φιλήσει. Και είπα εγώ, «Μα ξέρετε, σήμερα ο άνθρωπος επάτησε το πόδι του στο φεγγάρι Φ.Π.: και σχεδόν όλος ο υπόλοιπος κόσμος ακούει BBC!» ήταν το BBC τότε που ακούαμε. Και η νονά μου με σταμάτησε. Και μου λέει: «Φρύνη, άκου να μάθεις από μένα. Εσείς οι Έλληνες, ο Ησίοδος, πριν μερικές χιλιάδες χρόνια, ήξερεν ότι δεν υπάρχει ζωή στο φεγγάρι. Γιατί μου λέει ξοδευτήκαν τόσα λεφτά να πάει ο άνθρωπος Φ.Π.: στο φεγγάρι για να μας πουν σήμερα ότι δεν υπάρχει ζωή εκεί; Όλα τούντα [αυτά] τα λεφτά μου λέει ήταν καλύτερα να τα δώσουν για τη θεραπεία του καρκίνου.» Λοιπόν, κοίταξε, αυτό το λέω και το αναφέρω γιατί ήταν δύο Άγγλοι οι οποίοι εμελετούσαν αρχαίαν ελληνικήν μυθολογία. Και πολύ αργότερα, με αυτήν την ευκαιρία, μου είπεν, «Θα μάθεις από μένα» μου λέει «και για το όνομά σου, γιατί επεμέναμεν να βγεις Φρύνη». Λοιπόν, για να μην, Φ.Π.: ξέρεις, [γέλιο] μονοπωλήσω μόνον τους νονούς μου, ε, ρώτα με οτιδήποτε άλλο θέλεις — Μ.Α.: — Θέλω, — Φ.Π.: —για τον Αμίαντο. — Μ.Α.: — να σας ρωτήσω λίγο για τη μητέρα σας. Ε, επήεν [πήγε] στην Αμερικάνικην Ακαδημίαν να σπουδάσει. Ήταν συνηθισμένο για τα κορίτσια τότε να πηγαίνουν σχολείο; Φ.Π.: Κοίταξε, ίσως πολύ συνηθισμένο να μην ήταν, αλλά επειδή και ηηη, ο παππούς και η γιαγιά ήθελαν να τη μορφώσουν, να έχει μιαν ανώτερη μόρφωση Φ.Π.: αλλά το ήθελεν και η ίδια η μητέρα μου, ναι, πήγεν. Τότε λειτουρ... ήταν ίσως νομίζω από τα μόνα ή το μοναδικό ξένο σχολείο που λειτουργούσεν τότε, το American Academy [Αμερικάνικη Ακαδημία]. Και για αγόρια και για κορίτσια. Νομίζω για τα αγόρια ήταν στη Λάρνακα, — Μ.Α.: — Ναι — Φ.Π.: —ενώ η μητέρα μου ήταν εδώ στη Λευκωσία. Μ.Α.: Και οι, οι παππούδες σας θα λέγατε ότι ήταν μεσαία κοινωνική τάξη στον Αμίαντο; Φ.Π.: Ε, τώρα δεν ξέρω ότι είχαν πάρα πολλές δυσκολίες. Φ.Π.: Ξέρω ότι ακόμα και για να σπουδάσουν εκείνα τα τέσσερα χρόνια τη μητέρα μου, εεε, η γιαγιά είχε πουλήσει περιουσίαν της στο χωριό. Που σημαίνει ότι έκαμναν [έκαναν] ό,τι εμπορούσαν. Μα κοίταξε, την τότε εποχήν ο κόσ, είχεν φτωχόν κόσμο. Ο κόσμος εδυστυχούσεν, δεν ήταν, ε, ας πούμε θα έλεγα, δεν είναι η σημερινή ευημερία που χαρακτηρίζει τον κόσμο γενικά. Όχι ότι δεν υπάρχουν Φ.Π.: και φτωχοί και φτωχότεροι, αλλά, α, στην πλειονότητα θα μπορούσα να πω. Μ.Α.: Χμχμ. Ήταν όμως σημαντικόν για εκείνους να σπουδάσει η μητέρα σας, να έχει ένα επάγγελμα. Φ.Π.: Βεβαίως. Και όταν αποφάσισαν οι γονείς της να την σταματήσουν για να μάθει μιαν τέχνη, ξέρεις είχαν μανίαν οι παγκύπριες τέχνες, και η μητέρα μου επειδή εεε, της άρεσεν το ράψιμον, εμ, επήγεν κάπου, ξεχνώ τον οίκον εδώ στη Λευκωσία, Φ.Π.: που παρακολούθησεν αρχικά, αλλά μετά, όταν ακόμα εγεννήθηκεν και η αδερφή μου, που έχω 10 χρόνια διαφορά με την αδερφή μου, ε, ήταν 2 χρονών η αδερφή μου και η μητέρα μου επήγεν ανώτερες σπουδές ραπτικής στην Ελλάδα, στον οίκο Τσοπανέλη. Και, α, ας πούμε, ολοκλήρωσεν Μ.Α.: Χμχμ. Φ.Π.: την τέχνην της ραπτικής Φ.Π.: εκεί. Μ.Α.: Είχε πελάτισσες εμ, Ελληνοκύπριες, Τουρκοκύπριες, ξένες περισσότερο; Φ.Π.: Περισσότερο ξένες θα μπορούσα να πω. Και η νονά μου ήταν μια από τις πελάτισσές της. Ναι. Γι' αυτόν όταν έμεινεν έγκυος της είπεν «αυτό το μωρό το θέλω εγώ». Είτε κορίτσιν είναι είτε αγόρι. Μ.Α.: Συνήθως τι τους έραβε; Φ.Π.: Α! [γέλιο] [αναστεναγμός] Εκείνο που θυμάμαι που έλεγεν η μητέρα μου συνέχεια είναι ότι μου λέει: «Φρύνη, οι χοροί και οι εκδηλώσεις που εγινόντουσαν στον Πάνω Αμίαντον την δεκαετίαν, προς το τέλος της δεκαετίας του ’20 και του ’30, η Κύπρος ακόμα δεν τις έχει ζήσει.» Έραβε δηλαδή η μητέρα μου πολλές τουαλέτες, γιατί τότε, είναι, εν [δεν] είναι όπως τώρα που μπορεί να πάει ένας και με το τζιν ακόμα κάπου, σε μιαν εκδήλωση βραδινή. Γινόντουσαν χοροί, με ορχήστρα, με, και η μητέρα μου σε, Φ.Π.: εμ, με ερασιτεχνικό θίασον, να το πω έτσι, ακόμα υποδύθηκεν και την Αντιγόνη. Ναι. Μ.Α.: Πολύ ωραία. Η, ο πατέρας σας με ποιαν αφορμή βρέθηκε στον Πάνω Αμίαντο; Φ.Π.: Λοιπόν, ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους μαθητές του English School [Αγγλική Σχολή] και ήταν πάρα πολύ καλός στα μαθηματικά. [γέλιο] Και όταν ετέλειωσεν το English School [Αγγλική Σχολή], Φ.Π.: οι ίδιοι οι, οι καθηγητές του δεν ξέρω, τον είχαν συστήσει για ταμία του μεταλλείου. Και έτσι βρέθηκε στον Πάνω Αμίαντο, γνωρίστηκαν με κάποιον τρόπον με τη μητέρα μου, αγαπήθηκαν, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. [γέλιο] Απλά. Μ.Α.: Εμ, σε κάποια φάση είχατε φύγει από τον Αμίαντο; Φ.Π.: Ε, βέβαια. Όταν οι Άγγλοι Φ.Π.: αντελήφθησαν ότι το μεταλλείον πάει να κλείσει, [00:13:03 βήξιμο] τον αα, πατέρα μου τον μετέφεραν και του έδωσαν μια διευθυντική θέση στο Βαρώσι, στην Αμμόχωστο. Και ήταν τότε διευθυντής της Cyprus Trading Corporation, της σημερινής CTC, που είναι στα χέρια του Σιακόλα. Απλά. Μ.Α.: Ε, όταν ήταν στον Αμίαντο ο πατέρας σας, εμ, ήταν υψηλόβαθμος Μ.Α.: υπάλληλος; Ήταν καλός ο μισθός του, ήταν ευχαριστημένος; Φ.Π.: Τώρα δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη. Δεν ξέρω. Ουδέποτε ασχολήθηκα, ουδέποτε ερώτησα. Ποτέ. Ποτέ. Ναι. Δεν ξέρω. Αλλά, ε, υποθέτω ότι, εμ, ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα όταν παντρεύτηκεν η μητέρα μου. Ναι. Μ.Α.: Και μετά που φύγατε, μετακομίσατε, στο Βαρώσι. Φ.Π.: Κοίταξε, περάσαμε μερικούς μήνες μόνον από τη Λευκωσία, μέχρις ότου υποθέτω βρουν οι γονείς μου σπίτι για να εγκατασταθούμε στην Αμμόχωστο. Ναι. Μ.Α.: Ε, επιστρέψατε μετά στον Αμίαντο με κάποιαν αφορμή; Φ.Π.: Ω, συνέχεια! Και τώρα ακόμα, τον επισκέπτομαι. Τον Πάνω Αμίαντο. Το χωριό μου. Που είναι έρημο φυσικά τώρα. Φ.Π.: Ε, η γιαγιά μας έπαιρνεν τα καλοκαίρια εκεί για εξοχή και εκείνο που θυμάμαι πάρα πολύ έντονα, είναι ότι στην παιδικήν-παιδικήν μου ηλικία δεν είχαμε τότε ούτε τα εικονογραφημένα κλασικά, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτε. Είχαμε μόνον τον Καραγκιόζη. Γι' αυτόν τον αγαπώ, είναι ο ήρωάς μου εμέναν ο Καραγκιόζης. Δίναμε, εεε αυτ, όταν είχαμε Φ.Π.: καραγκιοζοπαίχτην εκεί, θυμούμαι τους καλοκαιρινούς μήνες, κυρίως ερχότανε στην περιοχή των Αρμεναίων [Αρμένιων]. Υπάρχει μια περιοχή που ήταν αποκλειστικά ε, των Αρμεναίων [Αρμένιων]. Και εκεί γινόταν, ερχόταν ένας καραγκιοζοπαίχτης και δίναμε ένα γρόσι είσοδο. Ναι. — Μ.Α.: — Ε, — Φ.Π.: — Ωραίες αναμνήσεις από την παιδική ηλικία. Μ.Α.: Τι, τι άλλο θυμάστε, τι άλλο εκάμνατε [κάνατε] τα καλοκαίρια εκτός από τον Καραγκιόζη; Φ.Π.: [μικρή παύση] Δεν θα ’λεγα ότι είχα κάτι το πολύ ιδιαίτερο. Ε, ήμασταν και μωρά, ήμασταν μικροί. Εν [δεν], εεε, δεν θυμούμαι κάτι το. Ίσως, κάτι, θυμούμαι τους περιπάτους, τους ατέλειωτους, η γιαγιά, τζαι [και] ξέρω’ γω μέσα σε αμαξάκιν [παιδικό καρότσι] ο αδερφός μου τζι’ εγώ [κι εγώ] δίπλα, ε, αλλά τίποτε το ιδιαίτερο εν [δεν] μπορώ να θυμηθώ. Γιατί, γιατί το έντονο για μένα είναι ο Καραγκιόζης. Μ.Α.: Χμχμ. Φ.Π.: Καραγκιόζης. Ναι. Μ.Α.: Ε, στους περιπάτους, ε, αντιλαμβάνομαι ότι το περιβάλλον του Πάνω Αμιάντου ήταν όμορφο, τα δέντρα, η φύση. Φ.Π.: Ε, μην το συζητάς! Άλλες εποχές! Ούτε καύσωνα όπως σήμερα. [γέλιο] Ήταν καθαρό το οξυγόνο. Τώρα όλα τα έχουμε κάμει [κάνει] χμ. Λοιπόν. Ναι. Μ.Α.: Επειδή έχουμε ακούσει επίσης ότι υπήρχε μια περίοδος, μάλλον πριν Μ.Α.: από την περίοδο που ζήσατε εσείς, που ήταν πολύ μολυσμένη η ατμόσφαιρα στον Αμίαντο. Φ.Π.: Μα κοίταξε, και ακόμα και πιο ύστερα λεν, από τις ίνες του αμιάντου και ξέρω’ γω, μπλα μπλα μπλα, διάφορα, και έχω ζήσει τζαι [και] άλλες καταστάσεις σχετικές. Ε, ήταν εποχή που έπρεπε, μας είπαν, να κλείσει κι όπως έφυγαν όλοι οιιι, οι εναπομείναντες κάτοικοι ας πούμε, ένας μόνον έμεινεν εκεί, Φ.Π.: με γεννήτρια, με όλες τις δυσκολίες, αλλά είναι στο σπίτι του. Λοιπόν, ε, κανονικώς εχόντων των γραμμάτων, των πραγμάτων, εγώ έχω μελετήσει και έμαθα ότι, σε τέτοιαν περίπτωσιν, έπρεπε να εκκενωθεί η περιοχή σε μία διάμετρον τεσσάρων μιλίων γύρω γύρω γύρω γύρω. Αν όντως υπήρχεν τζείνη [εκείνη] η ίνα, Φ.Π.: η καρκινογόνα. Ε, δεν ξέρω, όταν εζούσες συνέχεια εκεί. Αλλά μπορείς να φανταστείς πόσα χωριά έπρεπε να εγκαταλειφθούν; Σε μία διάμετρο τεσσάρων μιλίων γύρω γύρω γύρω γύρω; Λοιπόν, ξεκινώντας από αυτό, [μικρή παύση] αρχίζεις να διερωτάσαι. Πραγματικά έτσι είναι; Αλλά παρ’ όλον τούτον [παρόλα αύτα], επανέρχομαι. Ήταν καθαρός ο αέρας. Είχεν οξυγόνον Φ.Π.: καθαρόν. Μ.Α.: Ναι, καταλαβαίνω. Φ.Π.: Λοιπόν. Μ.Α.: Εμ, είπατε ότι υπήρχαν πάρα πολλές διαφορετικές κοινότητες, διαφορετικές κουλτούρες Φ.Π.: Κοίταξε, κοινότητες δεν θα έλεγα, Μ.Α.: Χχμ. Φ.Π.: κοινότητες, αλλά άνθρωποι, όπως είπα, που άλλοι ήρθαν από Ρωσίαν, άλλοι Γερμανίαν, α, πα πα πα. Ναι, υπήρχαν. Αλλά δεν είχα δημιουργήσει κοινότητα δική τους. Όχι σε τέτοιον βαθμό. Μ.Α.: Χχμ. Φ.Π.: Εεε, ναι, είχαν Φ.Π.: ααα, διαφορετικά πολύ, ακόμη και στα κεντήματα. Γιατί αυτοί οι καημένοι πουλούσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν κάπου από ένα σημείο και μετά για να πάρουν λεφτά. Και έχω εγώ από [μικρή παύση] την προίκα μου να το πούμε, από τη γιαγιά στη μητέρα μου και από τη μητέρα μου σε μένα, πάνω σε μουλ [00:18:52 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: το μουλ είναι είδος υφάσματος], αν μπορείς να το φανταστείς, λευκαρίτικο [00:18:55 το λευκαρίτικο είναι είδος κεντήματος από το χωριό Λεύκαρα]. Μ.Α.: Α, ωραία. Φ.Π.: Και φυσικά εγώ το έδωσα στην κόρη μου. Φ.Π.: Τη Μαρίνα μου. Ναι. Μ.Α.: Οι, οι σχέσεις των ανθρώπων, τόσες διαφορετικές κουλτούρες, δεν υπήρχαν διαφορές; Ή επηέναν τα [τα πήγαιναν] ούλοι [όλοι] [00:19:11 ακούγεται ήχος από κορνάρισμα αυτοκινήτου] καλά μεταξύ τους; Φ.Π.: Εξ όσων θυμάμαι. Μ.Α.: Χμχμ. Φ.Π.: Δεν άκουσα σε καμίαν περίπτωσιν, ή δεν πήρα είδηση, είτε σε πολύ μικρήν ηλικίαν είτε αργότερα, να είχε δημιουργηθεί οτιδήποτε. Αλλά, [μικρή παύση] μπορεί κάτι να υπήρχεν, αλλά εγώ όμως Φ.Π.: να μην το αντελήφθηκα. Μ.Α.: Και, απ’ ότι ξέρετε η εταιρεία έδινεν κάποιες παροχές στους εργαζομένους; Είχεν νοσοκομείο, σχολείο; Φ.Π.: Α! Είχαμε έναν καταπληκτικόν νοσοκομείο. Ο Πάνω Αμίαντος τώρα που το θίγεις, ήταν εξοπλισμένο το νοσοκομείο όσο δεν ήταν το Γενικόν Νοσοκομείον εις τη Λευκωσία τότε. Και είχαμε και πάρα πολύ Φ.Π.: καλούς γιατρούς. Εεε, τώρα η ίδια η κυβέρνηση ή, τέλος πάντων, αυτή η εταιρεία που είχε στα χέρια της το μεταλλείον, [μικρή παύση] δεν νομίζω να εβοήθησεν ιδιαίτερα. Απεναντίας, επήρεν και τα σπίτια τα υπάρχοντα εκείνα που εδημιουργήσαν οι, οι κάποιοι Φ.Π.: κάτοικοι ας πούμε, οι οποία, οι οποίοι εδούλευαν εκεί στον Αμίαντο. Εεε, πολύ αργότερα είχαμε κάμει [κάνει] έναν κίνημα αλλά δεν έγινε τίποτα, τίποτα. Δηλαδή έλεγεν η εταιρεία ότι το σπίτι δεν είναι δικό σου, απλά σου έδωσα τη γη, η γη δεν είναι δική σου, εσύ εδημιούργησες κάτι, εν [δεν] μπορείς να το πάρεις μαζί σου. Μ.Α.: Το κίνημα αυτόν τι αίτημα είχε; [μικρή παύση] Μ.Α.: Να επιστρέψει ο κόσμος στον Αμίαντο; Φ.Π.: Να, να αποζημιωθεί, να αποζημιωθεί βασικά για τεράστια έξοδα που είχεν κάμει [κάνει] εκεί. — Μ.Α.: — Αλλά δεν — Φ.Π.: — Και αν μπορούσαν να πάρουν και το σπίτι τους, να πάρουν και το σπίτι τους. Διότι ε, εκάμαν [έκαναν] ήδη σπίτι, εδημιουργήσαν σπίτι, δηλαδή με κόπους. Ε, ναι. Μ.Α.: Αλλά δεν έφερεν κάποιον αποτέλεσμα. Φ.Π.: Όχι, δεν είχεν ευοδωθεί, Φ.Π.: για πολλούς και διάφορους λόγους, τέλος πάντων. Ναι. Μ.Α.: Σχολείο, πήγατε, εν [δεν] το προλάβατε στον Πάνω Αμίαντο; Φ.Π.: Είχε σχολείο όμως. — Μ.Α.: — Εσείς φοιτήσατε; — Φ.Π.: — Είχε και αρμένικο σχολείο. Όι [όχι], εν [δεν] επήα [επήγα] εκεί σχολείο εγώ, γιατί έφυγα πολύ μικρή, 4.5 χρονών ήμουν, 5 που έφυγα, ναι. Όχι. Επήγα όμως, με έστειλαν μερικούς μήνες και στην Φανερωμένη. Όταν εμέναμε, μας εφιλοξενούσαν κάποιοι φίλοι, α, κάπου εκεί στο Ελένειον, Φ.Π.: και θυμούμαι επήγαινα μόνη μου, [μικρή παύση] μάλλον ήθελεν η γιαγιά να με συνοδεύει και δεν δεχόμουνα εγώ. Δηλαδή έθελα [ήθελα] μόνη μου να κατεβώ την τάφρον, να ανεβώ και να πάω στην Φανερωμένη. Και ερχόντουσαν και το μεσημέρι για να με φέρουν πίσω. [γέλιο] Άλλα πάλι εγώ δεν ήθελα, δεν το ήθελα. Και τους είπα να μην έρχεστε γιατί εγώ θα φεύγω και δεν θα με βρίσκετε. Έθελα [ήθελα] μόνη μου να. Ναι. Φ.Π.: Και επίσης νομίζω ότι ήταν πριν πάμε εκεί, έκαμα [έκανα] μερικούς μήνες εεε, στο δημοτικόν των Αγίων Ομολογητών. Πριν πάμε Βαρώσι τώρα. Αλλά ξέρεις ήταν, εεμ, που το εσυζητούσα, ήμουν πολύ μικρή δηλαδή για να μπω στο δημοτικόν, ήταν σαν, ήταν σαν να είχα μιαν προπαίδειαν εεμ, Φ.Π.: προδημοτικής ας το πούμε έτσι. Ναι. Μ.Α.: Τα, ο Πάνω Αμίαντος είχε δικά του έθιμα, τραγούδια, λέξεις; Έχω ακούσει για παράδειγμα τη λέξη «οι μίννιες». Εμ. Φ.Π.: Ε, «οι μίννιες» έχουν σχέση με το ίδιον το μεταλλείον. Μ.Α.: Χμχμ. Φ.Π.: Ναι. Ναι. Είναι εκεί που οι μεταλλωρύχοι ας πούμε, είναι εκεί που εδούλευαν Φ.Π.: τζαι [και] ήταν τζαι [και] επικίνδυνον τζιόλας [κιόλας]. Ναι. Μ.Α.: Θυμάστε δηλαδή ότι υπήρχαν κάποιες λέξεις που τες [τις] χρησιμοποιούσαν στον Πάνω Αμίαντο αλλά όχι, για παράδειγμα, στο Βαρώσι, που ήταν άλλος, άλλη οικονομία; Φ.Π.: Όχι, δεν θα το έλεγα, γιατί ουδέποτε με απασχόλησεν — Μ.Α.: — Χμχμ. — Φ.Π.: — ας πούμε. Όχι. Μ.Α.: Χμχμ. Και κοιτάζοντας πίσω, νιώθετε ότι το μεταλλείον έκανεν Μ.Α.: περισσότερον καλό ή κακό στον τόπο; Φ.Π.: Μεγάλο καλό. Πρώτα - πρώτα, πάρα πολύς κόσμος [γέλιο] εδούλεψεν εκεί κι έβγαλεν λεφτά. Και ύστερα, όταν έχω σήμερα εγώ που ήμουν μωρόν και να λέω ότι υπήρχε μια πολιτισμικότητα μονιασμένη. Που σήμερα βλέπεις τι γίνεται. Μ.Α.: Χμχμ. Φ.Π.: Μεγάλη υπόθεση. Πολύ μεγάλη υπόθεση. Ναι. Μ.Α.: Θυμάστε καθόλου όταν έκλεισεν το μεταλλείο; Φ.Π.: Όχι. Αυτό δεν το ξέρω, ούτε το έζησα. Διότι ήταν πολύ αργότερα. Απλά εκείνο που ξέρω είναι ότι, επειδή οι Άγγλοι ήξεραν ότι αργά ή γρήγορα εν να [θα] κλείσει το μεταλλείον, εφρόντισαν κι έδωσαν μιαν πολύ καλή θέση στον πατέρα μου. Όπως σας είπα, ήταν διευθυντής της Cyprus Trading Corporation στο Βαρώσι. Αυτοκίνητα Austin, τα Caterpillar, οι ανεμόμυλοι, Φ.Π.: όλον το Παραλίμνι εεε, το είχε προμηθεύσει ο πατέρας μου με ανεμομύλους [ανεμόμυλους] τότε, της εταιρείας αυτής. Μ.Α.: Νιώθετε ότι υπάρχουν κάποια μαθήματα ζωής, θα λέγαμε, που τα πήρατε που [από] τον Πάνω Αμίαντο και σας ακολούθησαν αργότερα στη ζωή σας; Φ.Π.: [αναστεναγμός] Εν [είναι] πολύ μεγάλον τούτον [αυτό] το θέμαν που μου ανοίγεις. Φυσικά! Και, Φ.Π.: επειδή ήδη άρχισα τζαι [και] γράφω έναν βιβλίον, με μιαν εντελώς δικήν μου προσέγγισην, ναι έχω να αντλήσω από εκεί κάποια παραδείγματα. Ναι. Μ.Α.: Ε, το, το βιβλίο σας θέλετε να μου πείτε λίγον ποιον θα είναι το θέμαν του; Φ.Π.: «Μα τον Απόλλωνα». Όπως λέμε «Μα Φ.Π.: τον Θεόν». Επειδή έχει συνδεθεί πολύ το όνομά μου με τη ραδιοφωνικήν εκπομπήν που πράγματι άφησεν μιαν εποχήν. [00:26:07 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: η κ. Φρύνη Παπαδοπούλου παρουσίαζε για πολλά χρόνια την ραδιοφωνική εκπομπή του ΡΙΚ «Ο Απόλλωνας και η Φρύνη». Επιπλέον, εργάστηκε ως μουσικός παραγωγός, ραδιοφωνική παρουσιάστρια και παρουσιάστρια του δελτίου ειδήσεων του ΡΙΚ.] Ακόμα και σήμερα με ακούν να μιλώ κάπου, την τελευταία φορά ήμουν σ' ένα φαρμακείον τζαι [και] κάποιος: «Α, είναι η κυρία Φρύνη τούτη! Κυρία Φρύνη εσύ είσαι;» Δηλαδή ακόμα από τη φωνή μου. Λοιπόν, εεεμ, τι να σου πω; Το βιβλίο αυτόν Φ.Π.: σίγουρα έχει άμεση σχέση με τον Θεόν της μουσικής και του φωτός, τον Απόλλωνα. Εξακολουθώ και παραμένω ικέτιδα του Απόλλωνα. Λοιπόν, χρησιμοποιώ αυτό, στον τίτλο. «Μα τον Απόλλωνα». Αλλά θα έχω και μιαν υποσημείωση, πιθανόν να μην είναι στο εξώφυλλο, Φ.Π.: μόλις το ανοίξεις: «Λίγο απίθανο, λίγο φανταστικό, μα πολύ-πολύ αληθινό». Το χρησιμοποιώ αυτό γιατί ήταν έναν ένθετο που χρησιμοποιούσα σε βραδινές μουσικές εκπομπές κάποτε στο ΡΙΚ. Είχεν επιτυχίαν, και εκείνον που θυμούμαι πολύ χαρακτηριστικά, εκείνη που με άκουγεν, ήταν ακροάτρια, θαυμάστρια μου πάντα, [γέλιο] ήταν η Δώρα η Κακουράτου [00:27:27 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: η Δώρα Κακουράτου ήταν πολύ γνωστή Κύπρια ηθοποιός]. Ναι. Και μου έλεγεν: «Να το συνεχίσεις!» Φ.Π.: «Μην σταματάς! Κάθε βδομάδα, κάθε βδομάδα». Και της έλεγα: «Βρε Δώρα, μα πόσα εν να [θα] προλάβω;» Εν [δεν] τα προλαβαίνω. [γέλιο] Ναι. Μ.Α.: Να σας ζητήσω να μου δώσετε ένα παράδειγμα από ένα μάθημα ζωής που κρατήσατε που [από] τον Αμίαντο; Φ.Π.: [μικρή παύση] Δεν έχω αντιληφθεί την ερώτησή σου, ξαναπές μου, να. Μ.Α.: Ε, από τον Αμίαντον και τη ζωήν πήρατε κάποια μαθήματα ζωής που σας έχουν επηρεάσει Μ.Α.: αργότερα; Κάποιες εμπειρίες; Υπάρχει. Φ.Π.: Κοίταξε, εμπειρίες δεν θα έλεγα. Διότι έφυγα πάρα πάρα πάρα πολύ μικρή. Ε, σαν παράδειγμα όμως, οοο, και στη μετέπειτα ζωή μου, ναι, το έχω μέσα μου. Για κάποια πράγματα που άκουσα από τους γονείς μου, από τον παππού, τη γιαγιά, από τον περίγυρον. Φ.Π.: Ναι. Μ.Α.: Παρατηρώ ότι μιλάτε με ένα πάθος, με μιαν έγνοια για τον Πάνω Αμίαντο. Παρ’ όλον που φύγατε πολύ μικρή, τι είναι εκείνο που σας τραβά και σας νοιάζει για τον Πάνω Αμίαντο; Φ.Π.: Χμ. [μικρή παύση] Αν ήταν στο χέρι μου, να του δώσω εκείνην τη ζωή την παλιά που είχε, θα το έκαμνα [έκανα]. Φ.Π.: Γιατί τώρα βασικά ο Πάνω Αμίαντος είναι παντέρημος. [μικρή παύση] Δηλαδή μιλώ για τον πυρήνα του μεταλλείου. Του Πάνω Αμιάντου. Κι είναι κρίμα. Κρίμα. Ε, θυμάμαι κάτι χαρακτηριστικόν, έτσι, αν θέλεις έτσι, κάτι να σου πω που με έχει συνταράξει, Φ.Π.: συγκλονίσει. Είχαμε πάει με τον Χαρίλαον κάποτε μόνοι μας και περιδιαβάζαμε μέσα στα, ε, ε, στους παλιούς δρόμους του Πάνω Αμιάντου. Και απέναντι ακριβώς εκεί που ήταν το δικό μας το σπίτι, είχεν ανθισμένες εμ, τριανταφυλλιές. Τριανταφυλλιές του Μάρτη. Ο ιδιοκτήτης, μας είδεν Φ.Π.: που περνούσαμε, είχε κάποιον μέσα, και ήρθε κοντά μας, ερώτησεν ποιοι είμαστε, του είπαμε ακριβώς ότι, ξέρετε, απέναντι ήταν κάποτε ο παππούς, η γιαγιά, μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα. Και με συγκίνησεν αφάνταστα, διότι έκοψεν τριαντάφυλλα από τις τριανταφυλλιές του, μου τα έδωσε και μου λέει: «Να τα πάρεις εις Φ.Π.: τον τάφον του παππού και της γιαγιάς.» [μικρή παύση] Μ.Α.: Ναι. Φ.Π.: Λοιπόν. Ε, πολύ αργά. Ε, είναι κάτι ας πούμε το οποίον εμέναν με συγκλόνισε, με συνετάραξε, τζαι [και] λέω κοίταξε ας πούμε, αυτό σημαίνει ανθρωπιά, όταν μιλούμε για ανθρωπιά, όταν μιλούμε, τούτον [αυτό] είναι. Ένα ασήμαντο αλλά. — Μ.Α.: — Τόσο σημαντικό. — Φ.Π.: — Ε, βέβαια. Ναι. Μ.Α.: Νιώθετε ότι είναι σημαντικόν να διατηρηθεί η μνήμη του Πάνω Αμιάντου, και; — Φ.Π.: — Πάρα πολύ. Πάρα πολύ. Όχι για τούτα [αυτά] που έζησα εγώ ή που έμαθα από τους γονείς, τους παππούδες, ξέρω’ γω, ή κάποια άλλα πράγματα. Εεε, τζαι [και] γι' άλλους λόγους. Εφιλοξένησεν, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού μας αγώνα 55-59, εφιλοξένησεν, εμ, εεε, δικούς μας ας πούμε, δικά μας παιδιά, Φ.Π.: που εεε, κάποιοι έδωσαν και τη ζωή τους ακόμα, γι' αυτόν τον αγώνα. Ναι. Μ.Α.: Τι θα θέλατε να μάθει η επόμενη γενιά σε σχέση με τον Πάνω Αμίαντο; Φ.Π.: Να μάθει την πραγματικήν του ιστορία. Υπάρχουν βιβλία. Ο πατέρας Σπυρίδωνας, ο οποίος ζει και είναι ο ιερέας που, όχι πολύ συχνά, συχνά πυκνά θα έλεγα, Φ.Π.: κάνουμε λειτουργία στην εκκλησία μας τον Απόστολο Βαρνάβα που είναι ακόμα εκεί, γιατί ο Άγιος Μάμας, η εκκλησία μας που είχαμε, ε, χάθηκε με τα μπάζα του μεταλλείου. Λοιπόν, ο ιερέας του Αποστόλου Βαρνάβα, ο πατέρας Σπυρίδωνας, έχει κάμει [κάνει] καταπληκτική δουλειά και έχει μαζέψει ό,τι ήταν δυνατόν για την ιστορίαν την πραγματικήν Φ.Π.: του μεταλλείου. Έχει έναν βιβλίον καταπληκτικόν. Εγώ θα έλεγα είναι καλά, όσοι ενδιαφέρονται, να το προμηθευτούν. Μ.Α.: Μμμ, θα συμφωνήσω, είναι όντως καταπληκτικό το βιβλίο. Εμ, τι ελπίζετε να γίνει για τον Αμίαντο στο μέλλον; Φ.Π.: Χα [γέλιο]. Δεν θα ζω εγώ, αλλά νομίζω, Φ.Π.: υποπτεύομαι ότι, δεν ξέρω, σε 50, σε 100 χρόνια θα γίνει η περιοχή εκείνη ολόκληρη έναν από τα διασημότερα θέρετρα, όχι μόνο της Κύπρου και της Μεσογείου, αλλά και του κόσμου. Μ.Α.: Εμ, σας έχω ρωτήσει όλες μου τις ερωτήσεις. Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να μου πείτε και δεν το ρώτησα, Μ.Α.: ή κάτι που θέλετε να κλείσουμε με αυτό; Φ.Π.: [αναστεναγμός] [μικρή παύση] Υπάρχει κάτι για το οποίο μάλιστα έχω γράψει και έναν ποίημα, με τίτλο «Σκέφτομαι». Δεν θα ’θελα να αποκαλύψω ακριβώς γιατί, Φ.Π.: αλλά πρέπει να σας πω ότι σχεδόν κάθε χρόνο όταν εζούσεν η μητέρα μου, μου ζητούσεν πάντοτε μία φορά το καλοκαίρι να πάρω άδειαν από τη δουλειά μου και να την πάρω ένα ταξίδιν πάνω στον Αμίαντο, στο Τρόοδος, εκεί που έζησεν με τον πατέρα μου. Πράγμα το οποίον έκαμα. Και μίαν απ' αυτές τις φορές είχα συγκλονιστεί με το τι είδα εκεί στον Πάνω Αμίαντο, Φ.Π.: που τελικά έγραψα ένα ποίημα με τίτλο «Σκέφτομαι». Εν [δεν] μπορώ να σας το πω τώρα, αλλά ε, θα δημοσιευτεί — Μ.Α.: — Θα υπάρχει — Φ.Π.: — μέσα στο βιβλίο μου, ναι. Μ.Α.: Θα περιμένουμε με αγωνία. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Φ.Π.: Εγώ ευχαριστώ. Έγινε.