Μαγδαληνή Αντρέου: Ωραία, εξεκινήσαμε την βιντεογράφηση. Θέλω πρώτα απ’ όλα να μου πείτε το όνομά σας, το επίθετό σας και την ημερομηνία γέννησης. Μάγδα Παπαμάρκου: [μικρή παύση] Μάγδα Παπαμάρκου. Μ.Α.: Και πότε γεννηθήκατε; Μ.Π.: 20/03 του ’51. Μ.Α.:’51. Ωραία. Και ποια είναι η σχέση σας με τον Πάνω Αμίαντο; Το μεταλλείο και την κοινότητα. Μ.Π.: [γέλιο] Μια ζωή. Εγεννήθηκα, εμεγάλωσα, έκαμα [έκανα] οικογένεια, εγέρασα να φύω που [φύγω από] τον Αμίαντο. Μ.Α.: Και εμ, οι, οι, οι γονείς σας ήταν και εκείνοι στον Αμίαντο; Μ.Π.: Ναι. Μ.Α.: Από πού κατάγονταν; Μ.Π.: Ο πατέρας μου από Άγιον Αθανάσιον και Ζωοπηγήν Μ.Π.: της Λεμεσού. Μ.Α.: Και η μητέρα σας; Μ.Π.: Και η μητέρα μου από της Γερατζιές της Μαραθάσας. Μ.Α.: Και στον Αμίαντο επήαν [πήγαν] με ποιαν αφορμή; [00:01:13 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] — Μ.Π.: — Επήγαν — Μ.Α.: — Για να δουλέψουν; — Μ.Π.: — Επήαν [πήγαν] για να δουλέψουν, ναι. Μ.Α.: Τι δουλειές εκάναν [έκαναν]; Μ.Π.: Α, η μάμμα [μαμά] μου εργάτρια τζαι [και] τότε εκουβαλούσαν με το βουρνί τον αμίαντο. Μ.Α.: Εξηγήστε μου τι είναι το βουρνί. Μ.Π.: Εμ, μια μεταλλική, να την πω, σκάφη; Μ.Α.: Χμχμ. Μ.Π.: Έτσι. [00:01:38 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: στο βίντεο η συνεντευξιαζόμενη φαίνεται να κάνει μια κίνηση με τα χέρια της που δείχνει πώς ήταν το βουρνί] Μ.Α.: Τζαι [και] οι εργάτριες ε, εσπάζαν τις πέτρες τζαι [και] βγάζαν τον αμίαντο; Μ.Π.: Τις πέτρες εσπάζαν τες [τις έσπαγαν] με, ελέαμεν τες [τις λέγαμε] φάλλιες εμείς, με, πώς να τες πω, κροτίδες; Μ.Α.: Ναι, ναι ξανάκουσα τις φάλλιες. Μ.Π.: Ναι. Εσπάζασιν τες [έσπαγαν τις] Μ.Π.: πέτρες τζαι [και] με, με κούσπον [κασμά] και πελότσαππαν [είδος τσάπας] οι εργάτες και οι εργάτριες. Μ.Α.: Πόσες ώρες την μέρα δούλευεν η μητέρα σας; Μ.Π.: Ε, [μικρή παύση] την μητέρα μου εν τζαι έφτασα την [δεν την πρόλαβα] εργαζόμενη εγώ, — Μ.Α.: — Χμ — Μ.Π.: — γιατί είμαι η τέταρτη [00:02:26 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: η συνεντευξιαζόμενη είναι το τέταρτο παιδί από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας] άμαν [όταν] επαντρευτήκαν εσταμάτησεν που τη δουλειάν η μάμμα [μαμά] μου. Μ.Π.: Εεε Μ.Α.: Αλλά από ότι ξέρετε, εδούλευαν — Μ.Π.: — Αλλά εδούλευαν υπερωρίες τζείνα [εκείνα] τα χρόνια [00:02:41 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα], ώσπου να φκάλουν [βγάλουν] το, ελέαν τους [τους έλεγαν] να μεταφέρουν τόσα βουρνιά. — Μ.Α.: — Α, επληρώνονταν ανάλογα με το τι παραγωγή έκαναν; Όι [Όχι] με την ώρα που εδούλευαν. Μ.Π.: Έννεν με την ώρα που εδουλεύαν τότε, όι [δεν είναι με την ώρα που δούλευαν τότε, όχι]. Μ.Α.: Και ο πατέρας σας τι δουλειάν έκανε; Μ.Π.: Ο πατέρας μου ήταν [γέλιο] πολυτεχνίτης. Εδούλεψεν τζαι [και] στους μύλους [00:03:12 – 00:03:24 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα], μετά ήταν εις το workshop [εργαστήριο] του, [μικρή παύση] του μεταλλείου. Εδούλεψεν εφαρμοστής. [μικρή παύση] Μ.Π.: Μετά ήταν επιστάτης, [μικρή παύση] επερνούσαν πολλές δουλειές που [από] τα χέρια του πατέρα μου. Μ.Α.: Εθεωρείτουν [θεωρούταν] καλή η δουλειά του; Είχεν υψηλόν μισθόν; Μ.Π.:: Όι [όχι] μάνα μου υψηλούς μισθούς. [γέλιο] Εν [δεν] είχαν. Όι, [όχι] όταν επήα [πήγα] εγώ γυμνάσιο είχε, τρεις [00:03:55 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: η συνεντευξιαζόμενη εννοεί ότι τρία από τα παιδιά του πήγαιναν στο γυμνάσιο] εις το γυμνάσιο ο πατέρας μου τζαι έπιαννεν [και έπαιρνε] τριάντα λίρες τον μήνα. Μ.Π.: Τζαι [και] πληρώναμεν τζαι [και] εισιτήρια. Μ.Α.: Εισιτήρια στα σχολεία δηλαδή; [00:04:05 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Μ.Π.: Στα σχολεία, ναι. — Μ.Α.: — Εσείς — Μ.Π.: — έτσι τα ελέγαν, επληρώναμεν δίδακτρα. Μ.Α.: Εσείς σχολείον πήγατε στο δημοτικόν του Πάνω Αμίαντου; Μ.Π.: Ναι. Μ.Α.: Πώς ήταν το σχολείο; [00:04:20 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Μ.Π.: Εγώ εφοίτησα τζαι [και] στο παλιό σχολείον, το πρώτο σχολείον του Αμιάντου, πρώτη-δευτέρα τάξη, Μ.Π.: που είχαμε έξι δασκάλους; Έξι; Παραπάνω. Έξι σίγουρα. Είχαμεν δασκάλους. Η πρώτη μου δασκάλα ήταν η Μαρούλλα του Τέμπρου. [μικρή παύση] Μ.Α.: Επεράσετε ωραία στο σχολείον; Ήταν καλά; Μ.Π.: Ήταν, [μικρή παύση] ήταν καλά τα χρόνια στο σχολείον. Εντάξει είχαμεν. Μ.Π.: πολλές εμπειρίες. Επειδή, διότι επεράσαμεν τζαι [και] χειμώνες που έπρεπε να πάμεν περπατητοί στο σχολείο. Αλλά ήταν ευχάριστα τα χρόνια στο σχολείο. Μ.Α.: Ήσασταν πολλά παιδιά; Μ.Π.: Στο σχολείον ή στ; — Μ.Α.: — Στο σχολείο. Μ.Π.: Στο σχολείο. Εεε, είμαστε, ναι. Είμαστε, για να έχομεν [έχουμε], Μ.Π.: έξι δασκάλους. [γέλιο] Εν [δεν] μπορώ να θυμηθώ τζείνα [εκείνα] τα χρόνια πάνω, που ήμουν μικρή [00:05:40 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα], πόσοι ακριβώς ήταν οι μαθητές. [μικρή παύση] Μ.Α.: Και η οικογένεια πόσα παιδιά ήσαστε; Μ.Π.: Οχτώ. Μ.Α.: Οχτώ!; Μ.Π.: Εγώ είμαι η τέταρτη. Μ.Α.: Ήταν δύσκολο για τη μητέρα σας με τόσα πολλά παιδιά, τόση δύσκολη ζωή; Μ.Π.: Εντάξει, ήταν. Εδυσκολεύκετουν [δυσκολευόταν] ναι, διότι, για να πλύνει, να σιδερώσει. [γέλιο] Έθελεν [ήθελε] μιαν ημέρα στην μπουγάδα. Την ημέρα που επλύννησκεν [έπλενε] η μάμμα [μαμά] μου, που ήταν να βάλει μπουγάδα, έφυλαέ μου [μου φύλαγε] τα πιάτα στην κουζίνα, Μ.Π.: ήταν να σχολάσω που [από] το σχολείο να τα πλύνω. Μετά που πήα [πήγα] γυμνάσιο, που μεγάλωσα κάπως. [γέλιο] Μ.Α.: Υπήρχαν γυναίκες που και είχαν παιδιά και εδούλευαν; Μ.Π.: Συγγνώμη; Μ.Α.: Υπήρχαν άλλες γυναίκες που είχαν παιδιά, οικογένειαν, αλλά συνέχιζαν να δουλεύουν; Μ.Π.: Εεε, ναι. Ναι, ναι. Η, η μιά αδερφή της μάμμας [μαμάς] μου Μ.Π.: άφησεν τα παιδιά της εις το χωριό με τη γιαγιά τζαι [και] εζούσεν Αμίαντον τζαι [και] εδούλεφκεν [δούλευε]. Εργάτρια, στους μύλους. Μ.Α.: Υπήρχ, — Μ.Π.: — [00:07:15 λέξη που δεν ακούγεται] — Μ.Α.: — Ναι πείτε μου. Μ.Π.: Τους μύλους, εσκουπίζαν, εκαθαρίζαν τους μύλους. Ελέαμεν τους [τους λέγαμε]. Μύλους ελέαμεν [λέγαμε] τα [μικρή παύση] κάθε [μικρή παύση] Μ.Π.: εργοστασιακόν κτήριον που επερνούσεν το μετάλλευμα και επεξεργάζουνταν το μετάλλευμα, ελέαμεν [λέγαμε] τους μύλους. Ο ένας, το ένα ήταν το, το Fiber Mill, το P3, είχαν τα αριθμημένα, το P9. Μ.Α.: Και είχεν πόσους μύλους, από ότι θυμάστε; Μ.Π.: Ε, κοίταξε, άμα είπα P9, Μ.Α.: Πρέπει να είχεν, Μ.Α.: εννιά τουλάχιστον; Μ.Π.: [γέλια] Μ.Α.: Και οι γυναίκες, εμ, εβοηθούσεν η μια την άλλη για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους; Γιατί φαντάζουμαι δεν είναι εύκολον και να δουλεύεις και να έχεις παιδιά. Μ.Π.: Ε, οι γειτόνισσες μεταξύ τους [μικρή παύση] εβοηθούσαν. Να κάμουν [κάνουν] τζαι [και] διάλειμμαν να πιουν τον καφέ τους, Μ.Π.: να βοηθήσουν να καθαρίσουν τα φασολάκια τους, τα λουβκιά [φασόλια μαυρομάτικα] τους [γέλιο] για το φαγητό. Την ώρα που εκάθουνταν να πιουν τον καφέ τους να ξεκουραστούν, στο σπίτι, [00:08:45 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] εβοηθούσαν η μια την άλλη να κάμουν τζαι [και] κάποιες δουλειές. Εντάξει, εν [δεν] μιλώ για το καθάρισμα του σπιθκιού [σπιτιού], αλλά στην προετοιμασίαν του φαγητού, στα ζυμαρικά. [μικρή παύση] Μ.Α.: Εσείς εδουλέψατε ποτέ στ— Μ.Π.: — Όι [όχι]. — Μ.Α.: — στον; — Μ.Π.: — Εν [δεν] εδούλεψα εγώ. Μ.Α.: Άλλες κοπέλες της ηλικίας σας; Μ.Π.: Ε, στον Αμίαντον εδουλέψαν [δούλεψαν] κάποιες κοπέλες της ηλικίας μου, κοντά στην ηλικία μου, μερικές εις τα γραφεία. [μικρή παύση] Μ.Α.: Αυτές ήταν — Μ.Π.: — [00:09:31 λέξη που δεν ακούγεται] — Μ.Α.: — οι συνηθισμένες δουλειές για τις γυναίκες; Ή εργάτριες ή στα γραφεία; Μ.Π.: Εντάξει, εργάτριες ήταν πάντα τα παλιά τα χρόνια που είμαστεν [ήμασταν] εμείς μικρές, μετά που τζαι [και] πριν που μένα θυμούμαι κοπέλες εις τα γραφεία. — Μ.Α.: — Τζαι [και] αν. — Μ.Π.: — Κάποιες κοπέλες που εδουλέφκαν [δούλευαν] στα γραφεία, ναι. Μ.Α.: Αν ξέρετε καθόλου Μ.Α.: από τον παπά σας, εεε πώς έμαθεν να κάμνει τούτες ούλλες τες [κάνει όλες αυτές τις] δουλειές; Υπήρχεν κάποια εκπαίδευση; Ή εμάθαινεν ο ένας με τον άλλον; Μ.Π.: Μόνος του, ο πατέρας μου ήταν [μικρή παύση] αυτοδίδακτος [γέλια]. Ήταν, λειτουργικόν, εφευρετικόν μυαλό ο δικός μου ο πατέρας. Μ.Α.: Και σας έχει. — Μ.Π.: — Ε — Μ.Α.: —Ναι; — Μ.Π.: —Ε, εσυνεργάζουνταν. Ήθελεν κάποια παρασκευάσματα, κατασκευάσματα που έκαμνεν [έκανε] ο πατέρας, έκαμεν [έκανε] της μάμμας [μαμάς] λαμαρίνες να ψήνει το φαΐ, τα χωνάκια να βκάλλομεν [βγάζουμε] μπισκότα. Ε, εσυνεργάζετουν [00:10:52 – 00:11:00 ακούγεται γαύγισμα σκύλου] με τους εε, πώς τους, τενεκετζήδες ελέαμεν τους [τους λέγαμε], τούτους [αυτούς] που ασχολούνταν με τα, Μ.Π.: [00:11:00 – 00:11:30 ακούγεται γαύγισμα σκύλου] με την κατασκευήν κάποιων. Συνεργάζετουν [συνεργαζόταν] με τους ξυλουργούς, τα τραπέζια μας μες στο σπίτι ο πατέρας μου τα έκαμεν [έκανε], που είχαμεν τότε. Μ.Α.: Πείτε μου λίγο για το σπίτι σας. Ήταν της εταιρείας το σπίτι; Μ.Π.: Όλα τα σπίτια ήταν της εταιρείας. Κυβερνητικά ήταν βασικά τζαι [και] εμ, Μ.Π.: [00:11:30 – 00:12:00 ακούγεται γαύγισμα σκύλου] επλήρωνεν η εταιρεία κάποιον ενοίκιον νομίζω, είχαν κάποια σύμβαση με τη, με την κυβέρνηση. Επληρώναμεν μειωμένον ηλεκτρικόν ρεύμα. Μετά που εσταμάτησεν το, το δικόν μας τζι [εκεί] πάνω να λειτουργεί, διότι είχαμεν ηλεκτρογεννήτρια στον Αμίαντον δικήν μας. Μ.Π.: Τες [τις] λάμπες του πετρελαίου είχαμεν τες για τον χειμώνα που μπορούσεν να, να έπεφτεν το ηλεκτρικόν ρεύμα, εσταματούσεν η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος που [από] την κακοκαιρία. Μ.Α.: [00:12:14 ακούγεται γαύγισμα σκύλου] Και τι άλλες παροχές είχατε εκτός από το ρεύμα; Είχατε — Μ.Π.: — Εν [δεν] επληρώναμεν ενοίκιον — Μ.Α.: — νερό; Μ.Π.: Για το σπίτι [00:12:26 ακούγεται ηχητική ειδοποίηση από το ρολόι της συνεντευξιαζόμενης] Αχ συγνώμη το ρολόι μου μιλά μόνο του [γέλιο] Μ.Α.: Εν εν [δεν είναι] τίποτα [γέλιο]. Εμ, είχατε νερό δωρεάν; Μ.Π.: Το νερό, ναι. Είχαμεν [00:12:38 – 00:13:00 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] το νερόν, ήταν δωρεάν και άφθονον. Μειωμένον το ηλεκτρικό ρεύμα. Μ.Α.: Στο σχολείον είπατε πληρώνατε εισιτήριο — Μ.Π.: — Στο γυμνάσιο. Μ.Α.: Στο σχολείο του Αμιάντου δεν πληρώνατε; Μ.Π.: Όι [όχι]. Μ.Α.: Χμ. Μ.Π.: Όχι, όχι. Εν [δεν] επληρώναμεν για τον, Μ.Π.: [00:13:00 – 00:13:30 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] για το δημοτικόν. — Μ.Α.: — Και — Μ.Π.: — Τουλάχιστον, εγώ εν [δεν] θυμούμαι να πληρώσομεν [πληρώναμε] [μικρή παύση] δίδακτρα, όι [όχι], στο δημοτικόν όι [όχι]. Στο γυμνάσιο επληρώναμε δίδακτρα. Μ.Α.: Και είχατε και νοσοκομείον; Μ.Π.: Νοσοκομείον είχεν ο Αμίαντος δικόν του, ναι. Μεγάλον νοσοκομείον. [μικρή παύση] Είχεν τζαι [και], ακτινολογικόν, Μ.Π.: [00:13:30 – 00:14:00 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] είχεν οδοντίατρον, είχεν χειρουργικόν. Μ.Α.: Αυτόν ήταν δωρεάν για τον κόσμο; Μ.Π.: Ναι. [μικρή παύση] Μ.Α.: Και απ’ ότι — Μ.Π.: — Και η ιατρική περίθαλψη ήταν δωρεάν, ναι, που [από] την εταιρείαν. [μικρή παύση] Μ.Α.: Και απ’ ότι ξέρετε, από τον πατέρα σας, οι άνθρωποι που εδούλευαν είχαν κάποια μέτρα ασφαλείας; Μ.Α.: [00:14:00 – 00:14:30 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] Είχαν ειδικήν στολήν, κράνος, μάσκες; Μ.Π.: Τα τελευταία χρόνια, ναι, μετά τον Μάρχερ, εξεκίνησαν ναι, όταν ήρτεν [ήρθε] ο Μάρχερ αρχίσαν τα μέτρα ασφαλείας. Προηγουμένως όι [όχι]. Μ.Α.: Ήταν επικίνδυνη η δουλειά; Ακούσατε ποτέ για ατυχήματα ή κάποιος να πέθανε; Μ.Π.: Ε, ήταν, ναι. Έτυχε, ναι. Ήμουν τζαι [και] μικρή εγώ, Μ.Π.: [00:14:30 – 00:15:00 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] αλλά έτυχεν φορά να, που [από] την έκρηξιν που εκάμαν [έκαναν] για να σπάσουν πέτραν, εσκοτώθηκεν άνθρωπος. Ο πατέρας νομίζω του παπά, ναι. Ο άντρας της κυρίας Νεοφύτας. Ναι. Εν που [είναι από] έκρηξιν που επ, εσκοτώθηκεν τζαι [και] έχασεν την ζωήν του. Μ.Α.: [00:15:00 – 00:15:20 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] Και ξέρετε καθόλου, όταν εγινόταν κάποιον ατύχημα ας πούμε, όταν κάποιος έσπαζεν το πόδι του, μετά η εταιρεία εδιούσεν [έδινε] κάποιαν αποζημίωσην; Έκανεν κάτι για την οικογένεια; Μ.Π.: Εεε, νομίζω μεσολαβούσαν οι συντεχνίες τότε τζαι [και] επιάναν [έπαιρναν] κάποιαν Μ.Π.: αποζημίωσιν, ναι. Άμαν [όταν] είχαν ατυχήματα στη δουλειά. Μ.Α.: Και ακούσατε ποτέ να έχει γίνει απεργία; Μ.Π.: Έγινεν απεργία, αλλά ήμουν αγέννητη. Το ’48 που έγινε η απεργία; [μικρή παύση] Που τον μεγαλύτερό μου αδερφόν Μ.Π.: και που τον πατέρα μου που άκουα [άκουγα] [γέλιο]. Μ.Α.: Ε, σας είπαν ποτέ γιατί έγινε εκείνη η απεργία; Τι ζητούσαν οι εργάτες; Μ.Π.: Να εξασφαλίσουν οκτάωρο στη δουλειά τους, [μικρή παύση] που έγινε η μεγάλη απεργία. Μ.Α.: Ήθελα να σας ρωτήσω και για τον κόσμον που έμενε στον Αμίαντο. Μ.Α.: Από τι καταλαβαίνω έρχονταν από όλην την Κύπρο; Μ.Π.: Από όλην την Κύπρο, ναι. Μ.Α.: Ο κόσμος τα πήγαινεν καλά μεταξύ του ή υπήρχαν διαφωνίες; Μ.Π.: Κοίταξε, μπορεί να υπήρχαν διαφωνίες, αλλά γενικά είμαστεν σαν τα αδέρφια. [μικρή παύση] Εβοηθούσεν ο ένας τον άλλον. Μ.Α.: Από — Μ.Π.: — Διο, — Μ.Α.: — Ναι; Μ.Π.: Διότι ερχόταν ο απ, ο καθένας από μια μεριά της Κύπρου, αφήναν τους συγγενείς τους, [00:17:12 ακούγεται ήχος από τράβηγμα καρέκλας] ερχόντουσαν να βγάλουμεν το μεροκάματόν τους, [γέλιο] να βγάλουν το ψωμί της οικογένειας. Ήταν, γενικά είμαστεν αγαπημένοι, εντάξει. Μπορεί, κάποιες διαφωνίες, Μ.Π.: σίγουρα. Εν [δεν] ε, εγίνουνται όλα, εν έν’ ου [δεν είναι], εν έν’ [δεν είναι] όλα ρόδινα. Μ.Α.: Και από ότι γνωρίζετε, στην, στον Πάνω Αμίαντον υπήρχαν και άτομα από άλλες κοινότητες; Τουρκοκύπριοι ας πούμε, Αρμένιοι; Μ.Π.: Ναι. Ναι, ναι. Μ.Α.: Σε εκείνην την περίπτωση πώς τα πήγαιναν μεταξύ τους οι άνθρωποι; Μ.Α.: Υπήρχαν πάλι καθόλου διαφωνίες; Μ.Π.: Ήμουν μικρή αλλά δεν θυμούμαι να είχαμε διαφωνίες. Είχαμεν τζαι [και] στο σχολείον παιδάκια που αρμένικες οικογένειες. Μετά που αλλάξαμε σχολείον τζαι [και] κατεβήκαμεν κάτω στα παλιά γραφεία. [μικρή παύση] Είχαμεν, ναι Αρμένηδες που ε, ασχολούνταν Μ.Π.: τζαι [και] με κάποια επαγγέλματα [μικρή παύση]. Τζαι [και] Τουρκοκύπριους είχαμεν [μικρή παύση] Μ.Α.: Και πάλι από τι γνωρίζετε, οι κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι διευθυντές εκάμναν [έκαναν] παρέα με τους εργάτες ή ήταν ξεχωριστά; Μ.Π.: Ε, τα τελευταία χρόνια ναι, [γέλιο] αλλά τα προηγούμενα Μ.Π.: τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα [μικρή παύση] εθέλαν να είναι, να κοιτάζουν αφ’ υψηλού [γέλιο]. Μ.Α.: Και τι άλλαξεν τα τελευταία χρόνια και ξεκίνησαν να κάμνουν [κάνουν] πιο πολλήν παρέα; Μ.Π.: Επειδή αλλάξαν οι διευθυντές, εμπήκαν τζαι [και] Μ.Π.: Κύπριοι μέσα στο, στο γκρουπ της εταιρείας [γέλιο], [μικρή παύση] έτσι ε, [μικρή παύση] εβλέπαμεν ο ένας τον άλλον, εμιλούσαμεν [00:19:57 καθάρισμα λαιμού] [μικρή παύση]. Μ.Α.: Και θέλω να σας ρωτήσω, εσείς ως παιδάκι στον Αμίαντο, πώς ήταν η ζωή σας; Τι εκάμνατε [κάνατε], πώς περνούσατε τον χρόνο σας εκτός από το σχολείο ας πούμε; Μ.Π.: Ε, στο σπίτι να διαβάσομεν [διαβάσουμε] κάποιον βιβλίον. Εγώ επειδή ήμουν Μ.Π.: τζαι [και] το κορίτσι της οικογένειας [γέλιο], εβοηθούσα τη μάνα στο σπίτι. [00:20:38 καθάρισμα λαιμού] Μ.Α.: Να σας διακόψω να σας ρωτήσω, είσαστε το μοναδικό κορίτσι σε οχτώ παιδιά; Μ.Π.: Όι [όχι], έχω ακόμα μιαν αδερφήν μικρότερην από μένα. [μικρή παύση] Οχτώ χρόνια πιο μικρή. Του ’59 η Ειρήνη, ναι. Μ.Α.: Υπήρχεν καθόλου διασκέδαση; Μ.Π.: Στο σπίτι μας ναι. Μ.Α.: Δηλαδή; Μ.Π.: Ο πατέρας μου ήταν Λεμεσιανός, ήταν γλεντζές, εδιασκεδάζαμε. Με τη γειτονιά. Ειδικά σήκωσες [καρναβάλια], καρναβάλια, εδιασκέδαζεν όλον τον Αμίαντον ο πατέρας μου. Μ.Π.: [γέλια] Ήταν, είπαμε ήταν Λεμεσιανός, [γέλιο] ήταν γλεντζές, Μ.Α.: Είχε κάποι. — Μ.Π.: — Αλλά διασκέδαση τζαι [και] τραπεζώματα στο σπίτι μας, πάντα. [μικρή παύση] Μ.Α.: Στο, είχε. — Μ.Π.: — Μπορεί. — Μ.Α.: — Ναι, πείτε μου. — Μ.Π.: — Στο. Μπορεί να ήμασταν φτωχοί τότε, εκείνα τα χρόνια, Μ.Π.: Αλλά ήμαστεν, ήμασταν πλούσιοι σε ψυχή [γέλιο]. Μ.Α.: Είχεν κάποιον χαρακτηριστικόν ο πατέρας σας που διασκέδαζεν τον υπόλοιπον κόσμο; Δηλαδή τι, τι έκανεν και τον διασκέδαζε; Μ.Π.: Τα καρναβάλια εμασκαρεύκετουν [μασκαρευόταν]. Εμασκαρεύκετουν τζαι εμασκάρευκεν τζαι [μασκαρευόταν και μασκάρευε και] γειτόνες και επαίρναν σβάρνα τα σπίθκια [σπίτια] του Αμιάντου. Τζαι [και] εμείς εμασκαρεύκουμαστεν [μασκαρευόμασταν], Μ.Π.: τζαι [και] εγυρίζαμεν τη γειτονιά μας [γέλιο]. Μ.Α.: Τα παιδάκια επηγαίνατε γυρόν; Μ.Π.: Τα σπίθκια [σπίτια], εχτυπούσαμεν τες πόρτες. Τζαι [και] πελλόμασκες [τρελόμασκες] που εντυνούμαστεν. Ότι εβρίσκαμεν, εεε, ρούχα μες στο σπίτιν. Που τους πιο μεγάλους μας, αλλάσσαμεν [αλλάζαμε] ρούχα με τες γειτόνισσες [γέλιο] Μ.Π.: Τζαι [και] εμασκαρευκούμαστεν τζαι [και] εγυρίζαμεν τα σπίθκια [σπίτια] της γειτονιάς. Ε, τα αγόρια μπορεί να γυρίζαν τις γειτονιές, αλλά εμείς τα κορίτσια εμεινίσκαμεν [μέναμε] περιορισμένα στη δική μας γειτονιά. Μ.Α.: Γιατί γινόταν αυτό; Τα αγόρια δικαιούνταν να πάνε σε άλλες γειτονιές; Μ.Π.: Ε, οι μαμάδες εν [δεν] μας εν [δεν] αφήναν τα κορίτσια. Οι μαμάδες, ε, Μ.Π.: για προστασία, για, ξέρεις τζαι [και] τα ταμπού τζείνης [εκείνης] της εποχής. Μ.Α.: Κατάλαβα. Μ.Π.: Κορίτσια που είμαστεν, να γυρίζουμεν με τους αρσενικούς, να πελλαρίζουμεν [να κάνουμε τρέλες] [γέλιο]. Μ.Α.: Γενικά όμως, ε, ενιώθατε ασφάλειαν στο, στο χωριό; [00:24:00 ακούγεται γαύγισμα σκύλου]. Μ.Π.: Ναι. Εν [δεν] εμ, εν τζαι εφοούμαστεν να βκούμεν [δεν φοβόμασταν να βγούμε] έξω στη γειτονιά. Εντάξει μόνο, ε κάποτε αν ακούαμεν [ακούγαμε] κάτι, κάποιον συμβάν τραγικόν ή τζαι εφοιτσιάζαν μας [μας τρόμαζαν] πιο πολλά οι μαμάδες. Να προσέχομεν [προσέχουμε]. Ε, τζι’ ύστερα αρχίζεις τζαι φοάσε να’ φκεις [και ύστερα φοβάσαι να βγεις] έξω γιατί μπορεί να συναντήσεις Μ.Π.: κάτι κακό στον δρόμο. Κατάλαβες; Μ.Α.: Κατάλαβα, ναι. Μ.Π.: Ναι [γέλιο]. Μ.Α.: Και τι παιχνίδια παίζατε όταν είσασταν μικρή; Μ.Π.: Α, εμένα η μάμμα μου εν [δεν] με άφησεν να παίξω ποττέ [ποτέ] μου ούτε λινγκρί, ούτε σκατούλικα [00:24:45 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: το λιγκρίν και τα σκατούλικα είναι κυπριακά παραδοσιακά παιχνίδια που παίζονται με πέτρες], δεν, ήταν για τα αγόρια τούντα [αυτά τα] παιχνίδια [γέλιο]. Αλλά, τα παιχνίδια που επαίζαμεν με τα άλλα κορίτσια, Μ.Π.: να παίξομεν [παίξουμε] πέντε πέτρες [00:25:02 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: το παιχνίδι πέντε πέτρες είναι γνωστό και ως «πεντόβολα» και παίζεται ή με πέτρες ή με βόλους], να παίξομεν [παίξουμε] σε κύκλον, [μικρή παύση] να παίξομεν [παίξουμε] το, το κρυφτόν, το κυνηγητόν. Επαίζαμε. Αλλά εγώ, εγώ έχω το, [γέλιο] ότι εν [δεν] ήξερα τι, έβλεπα μόνον που επαίζαν λινγκρί τζαι [και] σκατούλικα. [γέλιο] Μ.Π.: Εφώναζεν η μάμμα μου έλεέ μου [μου έλεγε] πάντα «έννεν [δεν είναι] παιχνίδια για τα κοριτσάκια τούτα, εν [είναι] για τα αγόρια». Μ.Α.: Υπήρχαν κοριτσάκια που παίζαν τα αγορίστικα παιχνίδια; Μ.Π.: Μερικά ναι. Μ.Α.: Τι έλεγαν για εκείνα τα κοριτσάκια; Τα σχολιάζαν; Μ.Π.: Ε, σχολιάζαν, αλλά, εντάξει, ελέαν [έλεγαν] ας πούμε ναι, «α, άδε [κοίτα] παίζει με τους αρσενικούς» [γέλιο]. Μ.Α.: Και θέλω να σας — Μ.Π.: — Ήταν εποχές — Μ.Α.: — Θέλω να σας ρωτήσω, τα παιχνίδια τα παίζατε στη γειτονιά σας; Δεν πηγαίνατε ποτέ ας πούμε εκεί που ήταν το μεταλλείον, εκεί που έσκαβαν; Μ.Π.: Όι [όχι], στη γειτονιά μας. Αλλά όταν εδούλευκεν [δούλευε] το μεταλλείον, αργότερα που μεγάλωσα τζαι [και] έβλεπα να έρχεται, Μ.Π.: όπως την ομίχλην η σκόνη του Αμιάντου, ο καπνός, αν είχα ρούχα έξω απλωμένα, έτρεχα να τα μαζέψω. Μ.Α.: Όταν βλέπατε εκείνη τη σκόνη, — Μ.Π.: — Εσκέπαζεν όλον τον Αμίαντον. Μ.Α.: Ο κόσμος ανησυχούσεν ότι μπορεί να είναι κάτι επικίνδυνον εκείνη η σκόνη; Μ.Π.: Ε, επειδή εν εξέραν τζείνα [δεν ήξεραν εκείνα] τα χρόνια Μ.Π.: αν ήταν τζαι [και] κάτι επικίνδυνον, αλλά, επ, πιο πολλά εβγαιν, αποφεύγαμεν το έξω για να μεν [μην], να μεν [μην] λερωθούμε. Έτρεχα να μαζέψω τα ρούχα που τα, που τα είχα απλωμένα έξω, να μεν πλακώσει η σκόνη πάνω τους [μικρή παύση]. Μ.Α.: Και εμ, Μ.Α.: ο κόσμος δεν ήξερεν ας πούμε ότι αυτόν μπορεί να είναι επικίνδυνον για την υγεία. Αλλά μετά όταν ακούστηκεν ότι υπάρχει ίνα του αμιάντου, ο κόσμος πώς αντέδρασε; Μ.Π.: Κοίταξε, μετά, λέω μετ, όταν ήρθεν ο Μάρχερ στον Αμίαντον τζαι [και] αρχίσαν να λαμβάνουν κάποια μέτρα ασφαλείας, να φορούν μάσκες, κράνη. Μ.Π.: Αλλά, έντζαι [δεν] ο πιο πολύς κόσμος νομίζω εν [δεν] το συνειδητοποίησεν τότε. Εμένα επέθανεν τζαι [και] ο πατέρας μου που καρκίνον των πνευμόνων τζαι [και] η μάμμα μου. Μ.Α.: Το ήξεραν τότε οι γιατροί ότι μπορεί να ευθύνεται ο αμίαντος για τις ασθένειες της μάμμας και του παπά [πατέρα]; Μ.Π.: Α, Μ.Π.: Μαγδαληνή μου εν ηξέρω [δεν ξέρω] αν το ήξερεν, ξέρω ότι κάθε χρόνον εβγάζαν ακτινογραφίες εις στους εργάτες. Του δικού μου πατέρα ελέαν του [του έλεγαν] ότι έχει απλή βρογχίτιδα, ότι έν’ εσχιει [δεν έχει] κάτι άλλο. Και στο τέλος επέθανεν με καρκίνον των πνευμόνων, μόλις αφυπηρέτησε. Μ.Π.: Οπόταν κάτι εφαίνετουν στες [φαινόταν στις] ακτινογραφίες αλλά εν ελέαν [δεν έλεγαν] κάτι. Διότι το πόρισμαν των γιατρών όταν επέθανεν ο πατέρας μου, έγραφεν καθαρά πνευμοκονίαση – μεσοθηλίωμα. Που είναι αρρώστια του αμιάντου. Ναι. Μ.Α.: Γνωρίζετε κι άλλον κόσμον που επέθανεν που την ίδιαν αιτία; Μ.Π.: Ε, ο Μ.Π.: θείος ο Γιώρκος [Γιώργος] ο Πολεμιδιώτης, εδούλευκεν [δούλευε] στα γραφεία, αλλά επέθανεν και τζείνος [εκείνος] με καρκίνον των πνευμόνων. [μικρή παύση] Επέθανεν πάρα πολύς κόσμος από τον αμίαντον, με καρκίνο. Αφού τζαι [και], ο τελ, ο τελευταίος οοο, Μ.Π.: που πέθανεν εις στον Αμίαντον ήταν τζαι τζείνος [και εκείνος] με καρκίνο. [μικρή παύση] Μ.Α.: Θυμάστε καθόλου και όταν έκλεισεν το μεταλλείο; Μ.Π.: Όταν έκλεισεν το μεταλλείον, επήγαινα μόνον τα καλοκαίρια πάνω, γιατί εκρατούσα το σπίτι μου. Μ.Π.: Όπως το εκρατούσαν όλοι οι άλλοι. Επήγαινα τα καλοκαίρια, επήγαινα τζαι [και] τον χειμώνα τζαι [και] έκαμνα [έκανα] το μνημόσυνον τους γονιούς μου, γιατί εν [είναι] θαμμένοι στον Κάτω Αμίαντο. Εκεί που υπήρχεν το κοιμητήριο. [μικρή παύση] Μ.Α.: Και πώς νιώσατε όταν έκλεισεν το μεταλλείον; Το περιμένατε; Ήταν μια έκπληξη; Μ.Π.: Εεε, από ότι, από ότι άκουα [άκουγα] τους άλλους που εδουλεύκαν [δούλευαν] εις το μεταλλείον τζαι [και] είχαν, επεριμέναμεν το να κλείσει το μεταλλείον. Αυτό. Εμείς εφύαμεν [φύγαμε] μόλις ετέλειωσεν η κόρη μου το δημοτικό, για να μεν [μην] τους σηκώνω που [από] τα σχολεία μετά, εφύαμεν [φύγαμε] που τον Αμίαντον το ’84 Μ.Π.: τζαι [και] έκλεισεν το μεταλλείον το ’87. Μ.Α.: Κοιτάζοντας πίσω, νομίζετε ότι το μεταλλείον έκανεν περισσότερον καλόν ή κακόν για τον κόσμο; Μ.Π.: Κοίταξε, είσχιεν [είχε] τζαι [και] το κακόν του, γιατί εν [δεν] είχαν μέτρα ασφαλείας, επεξεργάζουνταν Μ.Π.: τζαι [και] τον αμίαντον με τα χέρια. Αλλά, ετάιζεν τζαι [και] πόσον κόσμο. [μικρή παύση] Επέρασεν που [από] τον Αμίαντον [μικρή παύση] η μισή Κύπρος. [μικρή παύση] Μ.Α.: Θυμάστε καθόλου και το περιβάλλον στον Αμίαντον; Αν Μ.Α.: άλλαξεν το περιβάλλον από το μεταλλείον και τις δουλειές που γίνονταν; Μ.Π.: [μικρή παύση] Το φυσικόν περιβάλλον; Μ.Α.: Ναι. Μ.Π.: Κοίταξε, χρόνια ήταν φυτεμένα κάποια δεντράκια που [από] τότε που ήμαστεν εμείς [μικρή παύση] νεαροί στον Αμίαντον, είδαμεν τα να μεγαλώσουν τωρά [τώρα]. Μ.Π.: Είδαμεν τα να μεγαλώνουν. Οι αυλές μας ήταν πάντα καταπράσινες όμως εμάς τζαι [και] ανθισμένες. Μ.Α.: Γιατί ήταν καταπράσινες; Ποιος φύτευε; Μ.Π.: Διότι επεριποιούμαστεν. Εφυτεύαμεν εμείς οι ίδιοι. Μ.Α.: Για παράδειγμα τι φυτεύατε; Μ.Π.: Στην αυλή, στες [στις] αυλές των σπιθκιών [σπιτιών] εφυτεύαμεν λουλούδια. Ο πατέρας μου, Μ.Π.: αλλάξαμεν τρία σπίθκια [σπίτια] στον Αμίαντον; Τρεις γειτονιές; Γιατί εεε, άμα [όταν] εμεγάλωνεν η οικογένεια έν’ εμπορούσαμεν [δεν μπορούσαμε] να χωρέσομεν [χωρέσουμε] σε δύο δωμάτια [γέλιο]. Τζι’ αλλάξαμεν [κι’ αλλάξαμε] τρεις γειτονιές. Σε όποιο σπίτιν εμπαίναμεν, ο πατέρας μου εφύτευκεν [φύτευε] κληματαριές, τριανταφυλλιές, η μάνα μου λουλούδια. Τζαι [και] μετά που κατεβήκαμε στη Χρυσόβρυση, Μ.Π.: που κάτω που τον δρόμον αναστήλωσεν δόμες [00:34:07 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: οι δόμες είναι κατασκευές με πέτρες που στοχεύουν στο να εμποδίζουν τη διάβρωση του εδάφους] ο πατέρας μου τζαι έκαμεν [και έκανε] περβόλι. Τζαι εφύτευκεν [και φύτευε] διάφορα λαχανικά τζαι [και] ότι ευδοκιμούσεν βέβαια. Μόνον το καλοκαίρι στον Αμίαντο [γέλιο]. Μ.Α.: Οι γυναίκες, η μητέρα σας θυμάστε τι δουλειές άλλες έκανε; Μ.Α.: Εφρόντιζεν το σπίτιν, είχεν τον κήπον της; Μ.Π.: Ναι, εφρόντιζεν το σπίτιν, εεε, εφρόντιζεν τζαι [και] τον κήπον της. Την ώρα που εκάθετουν [καθόταν] να ξεκουραστεί, έπλεκεν, τα πλεχτά μας, τα τρικά [πλεχτά] μας. Μ.Α.: Αυτή ήταν η διασκέδαση δηλαδή για τις γυναίκες. Να μαζευτούν να πλέξουν; [00:35:00 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Μ.Π.: Ε, είχαμεν τη, τη Λαμπρήν να, να μαζευτούμε στην αυλήν της εκκλησίας με τα διάφορα παιχνίθκια [παιχνίδια] τότε. [μικρή παύση] Ε, το σινεμά [μικρή παύση] έκλεισεν, ναι, όταν ήρτεν [ήρθε] ο Μάρχερ. Μ.Α.: Εσείς πηγαίνατε σινεμά ή ήσασταν Μ.Α.: μικρή; Μ.Π.: Ήμουν μικρή τζαι [και] πήγαινα στο σινεμά επήγαινα για να παρακολουθήσω κάποιες γιορτές που γίνουνταν μέσα στο σινεμά. Εγώ. Μ.Α.: Υπήρχαν επίσης καφενεία για τους άντρες συνήθως; Μ.Π.: Καφενεία υπήρχαν σε κάθε γειτονιά. Καφενεία, μπακάλικα, Μ.Π.: κάθε γειτονιά είσχιεν [είχε] το καφενείον της τζαι [και] το μπακάλικον της. Αργότερα ελιάναν [λιγόστεψαν], όταν το εργοστάσιον εσυμαζεύτηκε σε ένα κτίριο, πολύς κόσμος έφυεν [έφυγε] που τον Αμίαντον, στα γειτονικά χωριά η εταιρεία επλήρωνεν οδοιπορικά τζαι [και] επηγαίναν τζαι [και] έρχουνταν με τα λεωφορεία Μ.Π.: στη δουλειά τους. Πελέντρι, Κάτω Αμίαντον τζαι [και] που κάποια χωριά της Σολιάς ερχόντουσαν. [00:36:44 βήξιμο] Τζαι [και] έτσι άρχισεν να, να αδειάζει ο Αμίαντος. [00:36:56 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] Μ.Α.: Εσείς πώς νιώσατε όταν άρχισεν να αδειάζει ο Αμίαντος; Μ.Α.: [00:37:00 – 00:37:30 ακούγονται ομιλίες από την κουζίνα] Μείνατε πιο λίγοι, ήταν καλύτερα ή δεν σας άρεσε; Μ.Π.: Ε, να πω την αλήθειαν, ένιωσα παρακμή [γέλιο]. Ειδικά όταν έφτασεν ο τζαιρός [καιρός] να κλείσει και το σχολείον, ε, λέω έσβησεν ο Αμίαντος. Σαν κοινότητα. Μ.Α.: Και αυτόν ήταν περίπου τι πε, τι περίοδος; Μ.Π.: [00:37:30 – 00:37:45 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Ε, η κόρη μου εν [είναι] γεννημένη το, ’73 τζαι [και] πήεν [πήγε] τρία χρόνια στο σχολείον. Ε είπαμε, ήταν μονοδιδάσκαλος όμως. Είχαμεν έναν μαθητή σε κάθε τάξη. [μικρή παύση] Μ.Α.: Να σας ρωτήσω και ένα πράγμα. Νιώθετε ότι υπάρχουν κάποια Μ.Α.: μαθήματα ζωής που μπορεί να έχετε πάρει που [από] τον Αμίαντο που σας ακολούθησαν μετά και στην υπόλοιπη ζωή σας; [μικρή παύση] [00:38:10 – 00:38:20 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Για παράδειγμα κάποιος μας είχε πει ότι ήταν πολύ μονιασμένος ο κόσμος, πολύ αγαπημένοι οι γείτονες και το εκτίμησεν αυτόν τζαι [και] έμαθεν ότι είναι ωραία να ζεις. — Μ.Π.: — Ναι — Μ.Α.: — σε τέτοιον περιβάλλον. Μ.Π.: Κοίτα, ναι, έχομεν [έχουμε] τες [τις] καλές μας αναμνήσεις από τον Αμίαντο. Εν [δεν], εν [δεν], εν [δεν] τα ξεχνώ τζείνα [εκείνα] τα χρόνια εγώ στον Αμίαντο. [μικρή παύση]Ε, μπορεί να πικράθηκα τζιόλας [κιόλας] γιατί έχασα τζαι [και] τους γονείς μου, επεράσαμεν τζαι [και] [00:38:59 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] κάποιες δυσκολίες. Μ.Π.: Αλλά, είπα σου τζαι [και] προηγουμένως, γενικά είμαστεν σαν τα αδέρφια ο κόσμος εις τον Αμίαντο. Γιατί τζαι [και] κάποιος που μπορεί να επιχείρησεν να μας βλάψει ή άθελα ή θεληματικά, δηλαδή [μικρή παύση] αν εχρειάζετουν [χρειαζόταν] την βοήθεια μου, Μ.Π.: ήταν να του την προσφέρω. [00:39:37 – 00:40:00 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Ενεν [δεν είναι], νιώθω ότι ήταν μέλος τζείνης [εκείνης] της κοινότητας, μπορώ να πω οικογένειας. Είμαστε σαν μια οικογένεια στον Αμίαντο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια. Μ.Α.: Νιώθετε ότι είναι σημαντικόν οι επόμενες γενιές να μάθουν για την ιστορίαν Μ.Α.: του Αμιάντου; [00:40:04 – 00:40:30 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Μ.Π.: Πρέπει νομίζω. — Μ.Α.: — Τι θα θέλατε; — Μ.Π.: — Η ιστορία του τόπου να μη χάνεται. Είτε εν [είναι] μεταλλείον, είτε εν [είναι] χωριό. Ήταν, εμάς η κοινότητα μας τζι [εκεί] πάνω ήταν κωμόπολις. Μ.Α.: — Τι θα — Μ.Π.: — Ναι μεν ήταν το μεταλλείον Μ.Π.: μέσα, αλλά [μικρή παύση] γιατί να χαθεί ας πούμε τζείνη [εκείνη] η [00:40:41 – 00:41:00 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα], τζείνος [εκείνος] ο τόπος, να σβήσει που τον χάρτη. Μ.Α.: Τι θα θέλατε να μάθει η επόμενη γενιά για τον Αμίαντο; Έτσι ένα πράγμα να το κρατήσουμε. Μ.Π.: [Μικρή πααύση] Μ.Π.: [00:41:00 – 00:41:30 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Να μάθει [μικρή παύση] τζαι [και] τον τρόπο ζωής και συμφιλίωσης, αλλά τζαι [και] τον, να μάθει τζαι [και] τον χώρον. Το, το φυσικόν περιβάλλον Μ.Π.: του τόπου. Μ.Α.: Τι ελπίζετε να γίνει για το μέλλον; Για το, για την περιοχήν του Πάνω Αμιάντου; Μ.Π.: Ακούσαμεν ότι εννά [θα] ανακαινιστούν τα, τα σπίθκια [σπίτια], αφήσαν τα και πέσαν. Πετρόχτιστα σπίθκια [σπίτια], εχαλάσαν. Εν [είναι] κρίμα. Μ.Π.: Εμπορούσαν να τα ανακαινίσουν τζαι [και] να, να τα ενοικιάζουν του κόσμου; Τουλάχιστον εμείς που εζήσαμεν τζει [εκεί] πάνω τόσα χρόνια, γεννηθήκαμεν, εφτύσαμε γαίμαν [αίμα] έλεεν [έλεγε] τζαι [και] ο πατέρας μου για τζείντον [εκείνο τον τόπο]. Τζαι [και] ζητούσαμεν να τους πληρώνομεν έναν άλφα ενοίκιον τζαι [και] να κρατούμεν τα σπίθκια [σπίτια], Μ.Π.: τζαι [και] εν [δεν] το δεχτήκαν. Κάποια στιγμήν αναγκάσαν μας να τους τα δώσομεν [δώσουμε] τζαι [και] μείναν τζαι [και] πέσαν. Εν [είναι] ερείπια τα σπίθκια [σπίτια]. [μικρή παύση] Μ.Α.: Κυρία Μάγδα σας ρώτησα όλες μου τις ερωτήσεις. Υπάρχει κάτι που θέλατε να μου πείτε αλλά δεν το ρώτησα; Μ.Π.: Εεε, μα είπα σου νομίζω, έννεν [δεν είναι]; Τζαι [και] με τις γειτόνισσες μας επερνούσαμεν καλά. [μικρή παύση] Μ.Α.: Μου είπατε πάρα πολλά πράγματα και σας ευχαριστώ που μοιραστήκατε την ιστορία σας. Μ.Π.: Ε, όσα θυμήθηκα [γέλιο] Μ.Α.: Θα μπορούσαμε να μιλούμε πολλήν ώρα. Μ.Π.: Πολλές εμπειρίες με τα χιόνια είχαμε. Μ.Α.: Πείτε μου; Πώς ήταν όταν είχε χιόνι; Μ.Π.: Εβγαίνναμεν [βγαίναμε] ερχόταν ο πατέρας που το καφενείον και έλεεν [έλεγε] της μάνας μου «Γυναίκα βάλε τα φκιάρκα [φτυάρια] μέσα που [από] την πόρταν γιατί το πρωί, Μ.Π.: εν να έχομεν σχιόνι [θα έχουμε χιόνι]». [00:44:07 – 00:44:30 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Τζαι [και] ανοίγαμεν την πόρταν και εκάμναμεν [κάναμε] διάδρομον για να περάσομεν [περάσουμε] που το σχιόνι [χιόνι], όπως τους Εσκιμώους. [γέλιο] Τζαι άμμαν έφκεννεν [και όταν έβγαινε] ο ήλιος, έφκενναμεν [βγαίναμε] με τα αδέρφια μου τζαι [και] χτίζαμεν σπίτι, φούρνους βασικά με το σχιόνι [χιόνι] Μ.Π.: τζαι [και] παριστάναμεν τους Εσκιμώους, εμπαίναμεν τζαι εφκαίναμεν [μπαίναμε και βγαίναμε] μέσα στο σχιόνι [χιόνι]. [00:44:36 – 00:45:00 ακούγεται θόρυβος από την κουζίνα] Ε, τζείνα [εκείνα] τα χρόνια εν [δεν] τζαι [και] σκεφτούμαστεν, ούτε εννά [θα] κρυώσουμε. [γέλιο] Είμαστεν μικροί. Θυμούμαι μια χρονιά, Χριστούγεννα, εσηκωθήκαμεν να πάμεν εκκλησίαν να κοινωνήσομεν [κοινωνήσουμε]. Τα μωρά της γειτονιάς, όλα. Και όταν επήγενναμεν [πηγαίναμε], Μ.Π.: ήταν σχιονισμένα [χιονισμένα] κάτω, αλλά εν [δεν] έπεφτεν σχιόνι [χιόνι] που πάνω. Ώσπου να τελειώσομεν που [τελειώσουμε από] την εκκλησίαν να φύομεν [φύγουμε], αρχίσαν οι νιφάδες. Ώσπου να πάμε σπίτιν, άλλοι εκλαίαν [έκλαιγαν], [γέλιο], άλλοι εγελούσαν. Ε, τζαι [και] είχαν οι μαμάδες μας πάντα το νερόν να βράζει πάνω στη σόπαν [σόμπα] Μ.Π.: να μπούμε σπίτιν τζαι [και] να μας, να κάμουμεν [κάνουμε] ποδόλουτρον τζαι [και] να πλυθούμεν με το νερό το ζεστό. Κοίτα, είχαμεν πολλές εμπειρίες με τους χειμώνες του Αμιάντου. Αλλά θυμούμαστεν τα τζαι αρέσκουν μας [τα θυμόμαστε και μας αρέσουν]. Μ.Α.: Δυσκολίες, αλλά — Μ.Π.: — Ναι — Μ.Α.: — Ευχάριστες αναμνήσεις. Μ.Π.: Ξυπνούσαμεν, εκρέμουνταν [κρέμονταν] κρύσταλλα, Μ.Π.: πάνω στα παράθυρα μας. Μ.Α.: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κυρία Μάγδα. Μ.Π.: Να’ σαι καλά αγάπη μου. Μ.Α.: Να το σταματήσω.