Μαγδαληνή Αντρέου: Ξεκινήσαμε. Θέλω να μου πείτε το όνομά σας, το επίθετό σας και την ημερομηνία γέννησης. Πανίκκος Παπαμάρκου: Είμαι ο Πανίκκος ο Παπαμάρκου. Εγεννήθηκα στο Καλό Χωριό Λεμεσού στες [στις] 4/3 το ‘50, ημέρα Σάββατο. Μ.Α.: Σάββατο γεννημένος; Π.Π.: Σαββάτου γέννημα και Κυριακής καμάρι. Μ.Α.: Πολύ ωραία. Και κύριε Πανίκκο ποια είναι η σχέση σας με τον Πάνω Αμίαντο; Π.Π.: Πρώτα εργάζουμουν στη Λεμεσό επήα [πήγα] να μάθω τέχνη. Μετά οιιι, ήταν δύο αδέρφια εμαλλώσαν [τσακώθηκαν], εκλείσαν [έκλεισαν] το γκαράζ τζαι [και] είχα ένα ξάδερφο που εργάζετουν [εργαζόταν] στον Αμίαντο, τορναδόρος, τζαι [και] έναν άλλο χωριανό, συγκολλητής, τζαι [και] επήα [πήγα] μαζί τους εις τον Αμίαντο, δεκαπέντε χρονών. Δεν εδικαιούμουν να δουλέψω οχτώ ώρες εδούλευκα [δούλευα] έξι, έξι ώρες την ημέρα μέχρι να κλείσω τα δεκαέξι χρονών να δικαιούμαι να δουλεύκω [δουλεύω] οχτάωρο. Μ.Α.: Και πώς ήταν η δουλειά; Ποιος σας έμαθε να κάμνετε [κάνετε] τη δουλειά; Υπήρχεν ειδική εκπαίδευση; Π.Π.: Όι [όχι] υπήρχεν ε, συνεργείο μεγάλο που φτιάχναν βαρέα μηχανήματα. Εδουλεύκαν [δούλευαν] μες στο γκαράζ, πενήντα άτομα, τρεις βάρδιες. Μ.Α.: Πόσες ώρες δηλαδή; Εικοσιτετράωρο; Π.Π.: Ναι, εν [δεν] έκλειεν [έκλεινε] το μεταλλείον ποττέ [ποτέ] του. Μ.Α.: Τζαι [και] εσείς που ήσασταν μικρός εδουλεύατε συνήθως βράδυ; Μ.Α.: Συνήθως πρωί; Π.Π.: Όι [όχι] μέχρι που να, ααα, για να πάω να εργάζομαι νύχτα, μετά που έκλεισα τα δεκαέξι εεε, εδικαιούντο να με βάλουν να δουλεύκω [δουλεύω] τζαι [και] νύχτα. Εδούλευκα [δούλευα] μόνον μέρα. Μ.Α.: Τζαι [και] τη δουλειά σας την έδειχναν οι πιο παλιοί; Π.Π.: Ε βέβαια είσχιεν [είχε] πιο παλιούς, έμπειρους μηχανικούς, τζαι [και] εμάθαν μας [μας έμαθαν] δουλειά. Μ.Α.: Ήταν καλές οι συνθήκες; Π.Π.: Οι συνθήκες ήταν καλές. Μες στο γκαράζ εμάς, ήταν καλές οι συνθήκες. Τον σχειμώναν [χειμώνα] είχαμε σόπαν [σόμπα] μεγάλη που έστελνεν ζεστόν αέρα. Εν [δεν] είχαμε κανένα πρόβλημα μέσα στο γκαράζ, Έξω, άμμαν [όταν] επηένναμεν [πηγαίναμε] έξω δουλειάν, εντάξει. Μ.Α.: Και συνήθως ας πούμε τι δουλειές εκάμνετε [κάνατε]; Επιδιορθώσεις; Π.Π.: Επιδιορθώσεις μηχανημάτων. Μ.Α.: Τα μεροκάματα πώς ήταν; Π.Π.: Ε, σαν εγώ που επήα [πήγα] στη Λεμεσό δουλειά έπιανα [γέλιο], Π.Π.: ε τρία σελίνια την εβδομάδα. Να μάθω τέχνη. Ε, εις τον Αμίαντο που πήα [πήγα] έπαιρνα δεκαπέντε σελίνια αντίς [αντί] τρία. Μ.Α.: Μεγάλη διαφορά. Π.Π.: Ε, μεγάλη διαφορά. Ύστερα έμαθα τέχνην εκεί. Επήα [πήγα] φαντάρος. Εστράφηκα [επέστρεψα] πίσω. Ήβρα [βρήκα] την κοπέλα μου. Επήρα την [την πήρα] από εκεί, η οποία είναι που τον [από τον] Πάνω Αμίαντο. Πρόφυγες εκ γενετής [00:02:57 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: στη συζήτηση πριν να αρχίσει η συνέντευξη ο συνεντευξιαζόμενος ανέφερε ότι η εμπειρία των κατοίκων του Πάνω Αμιάντου μοιάζει με την εμπειρία των προσφύγων του 1974 γιατί και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς σπίτι και χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο]. Γιατί ο πεθερός μου ήταν που [από] Λεμεσό, Π.Π.: η πεθερά μου που [από] τες [τις] Γερατζιές [Γερακιές]. Φτωχά πλάσματα. Επήαν [πήγαν] τζει [εκεί] πάνω να κάμουν [κάνουν] τη ζωή τους. Εβοήθησεν τους ο Θεός, εκάμαν [έκαναν] οχτώ παιθκιά [παιδιά]. Αγαπημένους. Πολλά αγαπημένους. Εν [δεν] ήξερω, επειδή στον Αμίαντο, όσοι επηένναν [πήγαιναν] δεν είχαν να μοιράσουν τίποτε ή τούτον [αυτό] εν [είναι] δικό σου, τούτον [αυτό] εν [είναι] δικό μου. Ήταν όλα κοινά. Εν είσχιεν [δεν είχε] με [ούτε] πλούσιους, με [ούτε] φτωχούς. Όσοι επηένναν [πήγαιναν] τζει [εκεί] πάνω ήταν ούλλοι [όλοι] το ίδιο. Μ.Α.: Τζαι [και] εσάς δεκαπέντε χρονών, άφησέ σας η οικογένειά σας να πάτε να δουλέψετε κάπου μακριά, εν [δεν] το σκέφτηκαν καθόλου; Π.Π.: Όι [όχι] επειδής ήταν ο ξάδερφός μου μεγάλος γι’ αυτό [μικρή παύση]. Τζαι [και] ο άλλος ο συγχωριανός μου ήταν μεγάλοι ανθρώποι. Μ.Α.: Άρα ήσασταν σε καλά χέρια. Π.Π.: Ο, βέβαια, βέβαια. Όι [όχι] άφησαν με οι γονιοί μου να πάω που μόνος μου. Όι [όχι] ούτε κουβέντα [00:03:56 – 00:04:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα]. Μ.Α.: Κατάλαβα. Να σας ρωτήσω λίγον τζαι [και] για την ασφάλεια. Μ.Α.: [00:04:00 – 00:04:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα].Υπήρχαν μέτρα ασφάλειας μέσα στον γκαράζ; Π.Π.: Ναι, είσχιεν [είχε], είχαμεν ασφάλεια. Είχαμεν. Η εταιρεία είσχιεν [είχε] ασφάλεια πάντα. Εεε, είσχιεν [είχε] άνθρωπον της ασφάλειας που εχτύπαν γυρόν [έκανε γύρο] κάθε μέρα να δει τες [τις] συνθήκες που δουλεύκαμεν [δουλεύαμε], πώς δουλεύκουμε [δουλεύουμε]; Ήταν τζαι [και] οι συντεχνίες φυσικά η ΠΕΟ τζαι [και] η ΣΕΚ που έβλεπαν να δουν τα πράματα [σημείωση για καλύτερη κατανόηση: Η ΠΕΟ είναι η Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία και η ΣΕΚ είναι η Συνομοσπονδία Εργαζομένων Κύπρου] Μ.Α.: [00:04:30 – 00:05:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα]. Ας πούμε, τιιι; Εκάμναν σας [σας έκαναν] εκπαίδευση για την ασφάλεια; Τι; Π.Π.: Ναι ναι ναι εκάμναν μας [μας έκαναν] εκπαίδευση μια φορά τον χρόνο, έτσι. Μ.Α.: Και είχατε ειδικά ρούχα; Π.Π.: Όι, όι [όχι, όχι] ειδικά ρούχα όχι. Με [ούτε] ειδικά ρούχα με [ούτε] τίποτε. Ούτε μάσκες, ούτε τίποτε. Μετά που, μετά που χρόνια εκάμαν [έκαναν] φίλτρα τζαι [και] φιλτράρισκαν τον αέρα που φκαίνει [βγαίνει] που τον αμίαντο τζαι [και] που τους φούρνους Π.Π.: που στεχνώναν [στέγνωναν] τον αμίαντο, μετά που χρόνια εκάμαν [έκαναν]. Αφού έστεκες [στεκόσουνα] στην εεε, Λεμεσό τζαι [και] έβλεπες την σκόνην εις τον Αμίαντον. Μ.Α.: Ποια χρονολογία πήγατε πρώτην φοράν; Π.Π.: Το ‘65. Μ.Α.: Και όταν εκάμαν [έκαναν] τα φίλτρα, τζαι [και] εβελτιώσαν τον αέραν. Π.Π.: Τα φίλτρα εκάμαν τα [τα έκαναν] που το ‘70 τζαι [και] μετά. Μ.Α.: Χμχ. Οκ. Π.Π.: Τζαι [και] άμαν [όταν] τα βελτιώσαν ήταν κάπως καλλύττερα [καλύτερα]. Μ.Α.: [00:05:30 – 00:06:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Ναι. Οι συντεχνίες εβοηθούσαν; Π.Π.: Ναι, ναι. Οι συντεχνίες εβοηθούσαν στοοο, στην καλλύτερην [καλύτερη] ποιότητα εργασίας. Μ.Α.: Θυμάστε να έγινεν ποττέ [ποτέ] καμιά απεργία; Π.Π.: Όι [όχι], εν έφτασα [δεν πρόλαβα] απεργίαν εγώ. Το μόνο που εκάμαμεν [κάναμε] ήταν που κάμαμεν [κάναμε] διαμαρτυρίαν τζαι [και] κερδίσαμε το ταμείον προνοίας. Μ.Α.: Τότε, πότε ήταν αυτό Μ.Α.: περίπου; Π.Π.: Ήταν επί καιρόν Μακαρίου. Μ.Α.: Χμ. Π.Π.: Ήταν ο Μακάριος. Αθυμούμαι [θυμάμαι] που επηένναμεν [πηγαίναμε], περπατητοί στο Προεδρικόν να τον έβρουμεν [βρούμε], ο Μακάριος επήενεν [πήγαινε] με τα, τη συνοδείαν του στην Αρχιεπισκοπήν, εκατέβηκεν που το αυτοκίνητον τζαι [και] επήεν [πήγε] μαζί μας περπατητός στο Προεδρικόν. Σαν να τζαι [και] ήταν νααα, είσχιεν [είχε] τζαι [και] τζείνος [εκείνος] απαιτήσεις, μαζί μας. [γέλιο] Μ.Α.: Και κερδίσατε το ταμείον προνοίας. Ωραία. Π.Π.: Ναι. Μ.Α.: Εμ, άλλα, Μ.Α.: [00:06:30 – 00:07:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] [βήξιμο] ε, άλλον εξοπλισμό για ασφάλειαν, ας πούμε, κράνος, μπότες, γάντια, είχατε; Π.Π.: Ναι, ναι είχαμεν, είχαμεν. Αλλά μετά. Εεε, ναι είχαμεν που την αρχήν. Κράνος, να φορείς να πάεις έξω, παπούτσια ασφαλείας. Αλλά μάσκες τζαι [και] ξέρω’ γω, εν [δεν] είχαμεν, όι [όχι]. Μ.Α.: Α, α, Τούτα [αυτά] τα πράματα [πράγματα] σας τα έδινεν η εταιρεία ή τα Μ.Α.: [00:07:00 – 00:07:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] αγοράζατε μόνοι σας; Π.Π.: Όι [όχι], το κράνος εδίαν σου το [σου το έδινε] η εταιρεία. Είσχιεν [είχε] κράνη τζιαμέ [εκεί] στο γκαράζ πολλά, άμα [όταν] ήταν να πάεις έξω έπιαννες [έπαιρνες] έναν τζαι [και] φόρες το [το φορούσες]. Τα, τα παπούτσια ασφαλείας επλερώναμεν τα [τα πληρώναμε] στη μισήν τιμήν. Μικροπράματα. Μ.Α.: Και τα εργαλεία της δουλειάς; Π.Π.: Τα εργαλεία ήταν της εταιρείας όλα. Εν [δεν] είχαμε τίποτε εμείς. Ο καθένας είσχιεν [είχε] τα εργαλεία του, χρεωμένα πάνω του, Π.Π.: [00:07:30 – 00:08:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] να δουλέψει. Μ.Α.: Πώς ήταν η δουλειά στον γκαράζ; Ας πούμε συνήθως τι δουλειά εκάμνετε [κάνατε]; Π.Π.: Ε, απ’ όλα. Έναν μηχάνημα να το ξηλώσομεν τέλεια [αποσυναρμολογήσουμε εντελώς]. Μιλούμε για μηχανήματα μεγάλα, βαρέου τύπου. 80 τόνους, 60 τόνους. Κάθε, εεε, ε κάθε πέντε χρόνια, έκαμνεν τα [τα έκανε] επισκευήν η εταιρεία. Κάθε πέντε χρόνια. Διότι, επειδής εδουλεύκαν [επειδή δούλευαν] μέρα νύχτα, Π.Π.: [00:08:00 – 00:08:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] τα πέντε χρόνια, τρεις βάρδιες, εν πολύς τζαιρός [καιρός]. Είχαμεν έναν διευθυντήν που ήταν έξυπνος πολλά [πολύ] ήταν Δανός. Ήταν τέρας μορφώσεως. Μ.Α.: Το όνομά του; Π.Π.: Ο Μάρκερ. Ο Μάρκερ έξερεν [ήξερε] τα πάντα. Τζαι [και] μετά εσκοτώθηκεν σε άξιτεν [ατύχημα] εσκοτώσαν τον όι [όχι] εσκοτώθηκεν, δηλαδή εσκοτώσαν τον όι εξεπίτηδες [όχι επίτηδες]. — Μ.Α.: — Χμχμ. — Π.Π.: Ήταν που ήρταν [ήρθαν] κάτι ξένοι, ειρηνευτές εις την Κύπρον, τζείνοι [εκείνοι] ήταν μαθημένοι να οδηγούν δεξιά, Π.Π.: [00:08:30 – 00:09:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] επήαν [πήγαν] εις την πάνταν [μεριά] του τζαι [και] το Volkswagen έφαεν το Jaguar. — Μ.Α.: — Τζαι [και] επέθανεν. — Π.Π.: — Ναι. Τζαι [και] επέθανεν ο άνθρωπος. Ήταν, είσχιεν [είχε] κότερον δικόν του στην Τζερύνιαν [Κερύνεια], ήταν ελεύθερος. Επήενναμεν [πηγαίναμε] μαζί, που επήα [πήγα] μικρός τζει [εκεί] επάνω αγάπησεν με. Επήενναμεν [πηγαίναμε] μαζί κάθε Κυριακήν στην Τζερύνιαν [Κερύνεια], στο κότερον του, εγώ τζαι [και] τζείνος [εκείνος]. Τζαι [και] ύστερα το ‘74, επειδής ήταν Δανός, επήεν [πήγε] τζαι [και] έφερεν το Π.Π.: [00:09:00 – 00:09:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] στον Αμίαντον. Τζαι [και] μετά έφερεν το Λεμεσόν, μέσω των Ηνωμένων Εθνών φυσικά. Μ.Α.: Ναι. Γιατί ήταν τόσον καλός ο Μάρχερ; Π.Π.: Ο Μάρκερ ήταν, ήταν ελεύθερος. Αλλά ήταν πολλά καλός άνθρωπος, εν ήξερω [δεν ξέρω] εμένα αγάπησεν με που τον τζαιρόν [καιρό] που πήα [πήγα] μικρός. Ύστερα έκαμεν με [με έκανε] επιστάτην του γκαράζ, ύστερα Γενικόν Επιστάτην, πριν να φύω, ως που έζιεν [ζούσε], ως το ‘74. Εεε, έκαμεν με [με έκανε] Π.Π.: [00:09:30 – 00:10:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] επιστάτην του γκαράζ. Αρχιεπιστάτην. — Μ.Α.: — Χμχμ. — Π.Π.: — Τζι’ ήμουν [και ήμουν] έναν, κοπελλούιν [νεαρός], εικοσιπέντε χρονών. Ναι. Μ.Α.: Άκουσα ότι ο Μάρχερ άλλαξεν πολλά πράγματα, εκσυγχρόνισεν τα. Π.Π.: Ναι. Εν [είναι] ο Μάρκερ που έφερε τα μηχανήματα. Τούτος [αυτός] ήρτεν [ήρθε] πρώτα στον Αμίαντον, έτσι, ένας ξένος, χωρίς να πει με αν εν διευθυντής με ήντα μπό’ νει [χωρίς να πει ούτε αν είναι διευθυντής ούτε τι είναι], έτσι άκουσα που τον πεθερόν μου. Εφάκκαν γυρόν [τριγύριζε] μεσ’ τον Αμίαντον. Ε, ο κόσμος ήταν πολύς που εργάζετουν [εργαζόταν]. Π.Π.: Ε, ύστερα έκαμεν [έκανε] τα μηχανήματα τζαι [και] εεε, όλα. Τζαι [και] γι’ αυτόν έθκιωξεν [έδιωξε] κόσμον πολύ. Μ.Α.: Κατάλαβα. Εεε, θέλω να σας ρωτήσω λίον [λίγο] τούτον [αυτό] που είπατε ότι, πάρα πολύς κόσμος στον Αμίαντον. Έρκουνταν που ούλλην [έρχονταν από όλη] την Κύπρον; Π.Π.: Ναι, ναι, που ούλλην [από όλη] την Κύπρον. Αφού εγνώρισα ανθρώπους που ούλλην [από όλη] την Κύπρον. Προπάντων που την Μαραθάσα, εεε, επαρχίαν Πιτσιλιάς, Παλαιχώριν. Ναι Μ.Α.: [00:10:30 – 00:11:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Τζαι [και]. Π.Π.: Όσους έφτασα εγώ το ’65. Που ήμουν εγώ. Μ.Α.: Ο κόσμος μεταξύ του επήενναν τα [τα πήγαινε] καλά; Γιατί αν βάλεις έναν άνθρωπον τωρά [τώρα] που την Πάφον, με έναν άνθρωπον που την Αμμόχωστον, άλλες συνήθειες. Π.Π.: Επειδής επήενναν ούλλοι [επειδή πήγαιναν όλοι] για τον ίδιον σκοπόν. Επήενναν να φκάλουν [πήγαιναν να βγάλουν] το μεροκάματον, να ζήσουν την οικογένειαν τους. Όπως που επήαμεν [πήγαμε] εμείς στρατιώτες. Θα συμφιλιωθείς με τους άλλους στρατιώτες Π.Π.: [00:11:00 – 00:11:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] για να περάσει ο τζαιρός [καιρός] σου στον στρατόν. Επειδής δεν είχαν τίποτε να μοιράσουν, να ζηλέψουν ο ένας που τον άλλον, ήταν ούλλος [όλος] ο κόσμος αγαπημένος. Ούλλος [όλος]. Όποθεν θέλει ας ήταν [από όπου θέλει ας ήταν]. Μ.Α.: Και είχεν τζαι [και] άλλες κοινότητες; Ας πούμε Αρμένιους, Τουρκοκύπριους, Λατίνους; Π.Π.: Όι [όχι], εγώ έφτασα μόνον, το 65’ που επήα [πήγα], έφτασα πο’ τούντους [από αυτούς τους] Αρμένιους. Μόνον. Μ.Α.: [00:11:30 – 00:12:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Οι Αρμένιοι εμέναν σε δικήν τους γειτονιάν; Π.Π.: Όι [όχι], εγώ πο’ πήα [που πήγα] ήταν, αα, μαζί μας. Εν [δεν] ήταν σε άλλη γειτονιά ξεχωριστά. Μ.Α.: Πιο παλιά ακούσατε να είναι ξεχωριστές οι γειτονιές; Π.Π.: Εν ήξερω [δεν ξέρω]. Πιο παλιά εν ήξερω [δεν ξέρω], εν έφτασα. Μ.Α.: Τζαι [και] — Π.Π.: — Διότι εδουλεύκαν τζαι Τούρτζιοι [δούλευαν και Τούρκοι] στον Αμίαντον, τζαι [και]. Ε, οι παλιοί ξέρουν τα καλλύττερα [καλύτερα] που μας. Μ.Α.: Χμχμ. Τζαι [και] οι διευθυντές είχαν δικήν τους γειτονιά; Π.Π.: [00:12:00 – 00:12:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Εεε — Μ.Α.: — Το υψηλόβαθμο προσωπικό; — Π.Π.: — Ναι, οι αξιωματούχοι είχαν δικήν τους γειτονιάν. — Μ.Α.: — Που ήταν; — Π.Π.: — Που πάμεν προς το Τρόοδος, στον δρόμον του Τρόοδους απέναντι. Ε, είχαν δικήν τους γειτονιάν οι υψηλά ιστάμενοι. Μ.Α.: Εσείς όταν πρωτοπήγατε πού εμένατε; Π.Π.: Εμένα με τον ξάδερφον μου τζαι [και] τον άλλον τον συγχωριανόν μου. Υπήρχεν Λαϊκόν που επήενναμεν τζαι τρώαμεν [πηγαίναμε και τρώγαμε] με μισόν σελίνιν. Μ.Α.: [00:12:30 – 00:13:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Τι είναι το Λαϊκόν; Π.Π.: Το Λαϊκόν ήταν εστιατόριον, που είσχιεν [είχε] μόνον φαγητόν το μεσημέρι. Το μεσημέρι μόνον. Ε, επήενναμεν εκεί, ετρώαμεν [τρώγαμε], φτηνοπράματα. Επειδής τοο, ήταν της εταιρείας. Εν [δεν] εεε, εν [δεν] ήταν για να κερδίσει που το εστιατόριον η εταιρεία. Είσχιεν [είχεν] το μόνο για τους υπαλλήλους της. Μ.Α.: Και εμένατε σε σπίτι ήηη; — Π.Π.: — Σπίτιν που μας έδιαν [έδινε] η εταιρεία. Μ.Α.: [00:13:00 – 00:13:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Υπήρχαν και δωμάτια, εμ, για τους, εεε, ελεύθερους; Π.Π.: Ε, ναι, εμείς είμαστεν ελεύθεροι που πήαμεν [πήγαμε] πάνω. Μ.Α.: Ωραία. Οκέι. Τζαι [και] δεν επληρώνατε ενοίκιον; Π.Π.: Όι [όχι]. Μ.Α.: Άλλα πράματα που δεν επληρώνατε και; — Π.Π.: — Το ρεύμα. Μειωμένον το ρεύμα. Εν [δεν] επληρώναμεν ρεύμα. Εν [δεν] επληρώναμεν ρεύμαν εμείς που ήμασταν μπεκιάρηδες. Οι οικογενειάρχες επιερώναν [πλήρωναν]. Ύστερα πο’ κάμα [που έκανα] οικογένειαν τζαι [και] ξέρω’ γω, επληρώναμεν Π.Π.: [00:13:30 – 00:14:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] τρία, ααα, μιλς το κιλοβάτ; Φτηνοπράματα. Με [ούτε] νερόν εν [δεν] επληρώναμεν, με [ούτε] τίποτε. Μόνο ρεύμα. Μ.Α.: Πότε παντρευτήκατε; Ποια χρονολογία; Π.Π.: Το ‘70. Μ.Α.: Και πώς εγνωριστήκατε με τη γυναίκα σας; Π.Π.: Ήμουν φίλος με τους αδερφούς της. Με τον Παυλήν, με τον Αντρίκον. Οι άλλοι τα αδέρφια της ήταν πιο μικρά, η γεναίκα [γυναίκα] μου εν [είναι] οκτώ αδέρφια. Αγαπημένοι πολλά. Εεε, Π.Π.: [00:14:00 – 00:14:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Αλλά αντρέπουμουν [ντρεπόμουν] να της πω ότι την, ότι μου άρεσκεν [άρεσε]. Γιατί ήμουν φίλος με τους αρφούς [αδελφούς] της. Ε, στα πολλά εε, εν [δεν] άντεξα τζαι [και] ε, έμεινεν μας. [γέλιο] Μ.Α.: Ένας, αα, που δούλευεν στον, στο μεταλλείον, ένας άντρας εθεωρούταν [εθεωρείτο] καλός γαμπρός; Ή ήταν πιο καλός γαμπρός ένας που ήταν αγρότης στην Τζυπερούνταν [Κυπερούνταν] ας πούμε; Π.Π.: Όι [όχι], το ίδιον ήταν. Μ.Α.: Το ίδιο. Π.Π.: Το ίδιον, το ίδιον. Μ.Α.: Να σας ρωτήσω τζαι [και] για τες [τις] σχέσεις των κοινωνικών τάξεων. Ας πούμε οι υψηλόβαθμοι εκάμναν [έκαναν] παρέα με τους εργάτες; Π.Π.: Ναι, ναι, ναι, ναι. Έκαμναν [έκαναν]. Πο’ πήα εγώ [όταν πήγα εγώ], εκάμναν [έκαναν] παρέα. Εν [δεν] ήταν, εν [δεν] ήταν ψηλομούττηδες [ψηλομύτηδες] . Με λία [λίγα] λόγια. Μ.Α.: Κατάλαβα. Τζαι [και] ε, υπήρχαν ευκαιρίες για διασκέδαση; Π.Π.: [00:15:00 – 00:15:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Ου, βέβαια, συνέχεια. Συνέχεια εκάμναμεν [κάναμε] διασκεδάσεις. Τούτος [αυτός] ο ξάδερφος μου που ήταν εις τον Αμίαντον έπαιζεν ωραίον ακορντεόν. Εκάμναμεν [κάναμε] πολλές διασκεδάσεις. Μ.Α.: Είχεν άλλα πράματα; Θέατρο, σινεμά, χορωδία; — Π.Π.: — Εγώ έφτασα το σινεμά, τον πρώτον χρόνον που πήα [πήγα]. Μετά, ε, ε, εκλείσαν το, άμαν τζαι ελίανεν [όταν λιγόστεψε] ο κόσμος. Ε, ε, εφκάλαν [βγάλαν] τα μηχανήματα, Π.Π.: [00:15:30 – 00:16:00 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] Έθκιωξεν [έδιωξε] κόσμον η εταιρεία ε, ήντα που’ ταν να κάμει [τι θα το έκανε] το σινεμά; Μ.Α.: Αθλητισμόν είχατε; Ποδοσφαιρικήν ομάδα; — Π.Π.: — Ναι, είχαμε ποδοσφαιρικήν ομάδα. Είχασιν [είχαν]. Οι κουνιάδοι μου επαίζαν. Μ.Α.: Πώς ελέγετουν [λεγόταν]; Π.Π.: Α Παναγία μου! ΑΜΕΑ; Ήντα [τι] που την ελέαν [έλεγαν] Ναι. Κάπως έτσι. Μ.Α.: Είχατε γήπεδον; Είχατε; — Π.Π.: — Είσχιεν, [είχε], ναι είσχιεν [είχε] γήπεδον. Η εταιρεία είσχιεν [είχε] γήπεδον. Τζαι [και] ύστερα έφερεν τους τζαι [και] προπονητήν, Π.Π.: τον Μαυρόκολον που έπαιζε μεσ’ την ΑΕΛ, τζαι επροπόναν τους [και τους προπονούσε]. Ύστερα έναν άλλον χωριανόν, τον Κωστάκην τον Λάζαρον. Ε, τζαι επιάν τζαι [και πήραν και] το πρωτάθλημα μια χρονιά, το αγροτικόν πρωτάθλημα. Τζαι [και] επιχορήγαν την η εταιρεία την ομάδα. Μ.Α.: Α, ενδιαφέρον. Ναι. Εσείς επαίζατε; — Π.Π.: — Όι [όχι], όι [όχι], εν [δεν] μ’ αρέσκει [αρέσει] το ποδόσφαιρον. Μ.Α.: Κάτι άλλον για τον ελεύθερον σας χρόνον; Αν είχατε; Π.Π.: Τον ελεύθερο μας χρόνο, Π.Π.: επηένναμεν [πηγαίναμε] στο Τρόοδος, περπατητοί. Επήενναμεν [πηγαίναμε] στο Τρόοδος περπατητοί το απόγευμαν. Όι [όχι] όλα τα απογεύματα. Ύστερα που επιάμεν [πήραμε], είχαμεν αυτοκίνητον, επηένναμεν [πηγαίναμε] στην Κακοπετριάν. Τζαι [και] σινεμά τζαι [και] σε κέντρα. Μ.Α.: Να σας ρωτήσω λίγο τζαι [και] για τες [τις] γυναίκες, το ‘65 όταν πήγατε, είχεν εργάτριες; Π.Π.: Ναι, είσχιεν [είχε]. Είσχιεν [είχε], συνήθως ήταν εεε, Π.Π.: επακκε, όι [όχι] όι [όχι] εργάτριες να σκάφτουν [σκάβουν] μεσ’ το βουνόν όπως παλιά, το όπως το ‘50 τζαι [και] το ‘45. Είσχιεν [είχε] εργάτριες κάτω στο εργοστάσιον, που εεε, ε, επακκετταρίσκαν [πακέταραν] τον αμίαντον, που τον εβάλλαν μέσα σε — Μ.Α.: — Ααα, που — Π.Π.: — Ναι — Μ.Α.: — Εράβαν κάτι σακκούλες. — Π.Π.: — Εν [είναι] μηχανή που το έκαμνεν [έκανε], εν [είναι] μηχανή που τις έραβεν τες σακούλες. Απλώς ήταν πας [πάνω] στην μηχανήν οι κοπέλες τζαι ερυθμίζαν το [και το ρύθμιζαν]. Μ.Α.: Τι άλλες δουλειές εκάμναν [έκαναν] οι γυναίκες; Π.Π.: Στον Αμίαντον; Μ.Α.: Ναι Π.Π.: Όι [όχι] που επήα [πήγα] εγώ ήταν μόνον νοικοκυράδες, άλλες δουλειές στον Αμίαντον εν είσχιεν [δεν είχε]. Χειρωνακτικήν δουλειάν, όι [όχι]. Παλιά οι παλιοί, ναι. Τζαι [και] να τσαπίσουν τζαι ούλλα [και όλα]. Η πεθερά μου ήταν μες τες [τις] μίννιες τζαι [και] τσάπιζεν. Όπως μου έλεεν [έλεγε]. Μ.Α.: Ναι. Είσχιεν [είχε] καθόλου δικά του Μ.Α.: [00:18:00 – 00:18:30 ακούγονται ομιλίες και θόρυβος από την κουζίνα] έθιμα ο Αμίαντος; Έθιμα, τραγούδια, λέξεις; Που να είναι του τόπου τζιαμέ [εκεί]; Π.Π.: Εεε, εν [δεν] τα έφτασα τούτα [αυτά] εγώ. Εν [δεν] τα έφτασα, το 65’ που επήα [πήγα]. Αλλά είσχιεν [είχε] διασκεδάσεις, είσχιεν [είχε] ο κόσμος πολλές. Μ.Α.: Η γιορτή που κάμνετε [κάνετε] εν [είναι] του Αγίου; Π.Π.: [Βήξιμο] Εν [είναι] του Αγίου Μάμα. Έφτασά την τον πρώτον χρόνον μόνον. Ο Άγιος Μάμας ήταν κάτω που εν [είναι] το εργοστάσιον Π.Π.: που κάτω που το εργοστάσιο. Ε, α, που ανήκεν εις το Πελέντριν. Εκκλησιαστικά ανήκεν εις το Πελέντριν. Μετά είπεν τους η εταιρεία να τους χτίσει εκκλησίαν, που εν [θα] να την φύει που τζει [εκεί] κάτω γιατί ήταν να την σκεπάσουν τα σκάρτα, να τους χτίσει άλλην εκκλησίαν στην Χρυσόβρυσην. Τζαι εν [και δεν] εδεχτήκαν στο Πελένδριν. Έδωσέν τους τα λεφτά τζαι [και] με [ούτε] εκκλησίαν εκάμαν [έκαναν] με [ούτε] τίποτε Π.Π.: Έδωσεν τους τα λεφτά η εταιρεία για αποζημίωσην. Ενώ τζιαμέ [εκεί] που τους είπεν να κάμει [κάνει] την εκκλησίαν, μες το δάσος, μόλις μπαίνεις του Πάνω Αμιάντου, πας στο ύψωμαν τζιαμέ [εκεί] θα ήταν έναν καλόν πράμαν. Εν [δεν] εδεχτήκασιν η επιτροπή τότε. Εν ηξέρω [δεν ξέρω], εν [είναι] ο Δεσπότης που ήταν; Μ.Α.: Τζαι [και] έτσι εχτίστηκεν η εκκλησία του Αγίου Βαρνάβα; Π.Π.: Όι [και], του Αγίου Βαρνάβα υπήρχεν Μ.Α.: Υπήρχεν; Π.Π.: Ναι, ναι. Μ.Α.: Εεε — Π.Π.: — Τζαι [και] ο Άης Μάμας ήταν [βήξιμο] ήταν σαν μοναστήριν παλιά. Όι [όχι] εν [δεν] εζούσαμεν, εν [δεν] τα έφτασαμεν εμείς έτσι πράματα. Μ.Α.: Όταν παντρευτήκατε σε ποια γειτονιά εμείνισκετε [μένατε]; Π.Π.: Στη Χρυσόβρυση που έμενεν η γυναίκα μου, ο πεθερός μου. Και μετά εκάμαμεν [κάναμε] το μυστήριον στον Απόστολο Βαρνάβα. Ναι. Μ.Α.: Οκέυ. Είπατε πριν τη λέξη μίννιες. Π.Π.: Οι μίννιες ήταν, ελέαν τες [τις έλεγαν] μίννιες, τούτες που ετσαππίζαν [τσάπιζαν] Π.Π.: Τσαππίζαν [τσάπιζαν] τζι’ είσχιεν [κι’ είχε] βαγόνια τζαι [και] εβάλαν οι γυναίκες μέσα το μεσ’ σε κάτι κούππες [λεκάνες] όπως τα σινιά [ταψιά] τζαι [και] εγέρναν το μες’ στο βαγόνιν τζαι [και] το βαγόνιν έπερνέν το στο εργοστάσιον. Να γίνει αμίαντος, να χωρίσουν το χώμαν που τον αμίαντον. Μ.Α.: Γενικά, όταν βλέπετε πίσω, νομίζετε ο Αμίαντος έκαμεν [έκανε], το μεταλλείον, έκαμεν [έκανε] πιο πολλήν [πολύ] καλόν Μ.Α.: ή πιο πολλήν [πολύ] κακόν στον κόσμον; Π.Π.: Όι [όχι] έκαμεν [έκανε] καλόν στον κόσμον, διότι αν δεν έφερνεν λεφτά τζαι [και] έζιεν [ζούσε] ο κόσμος, η περιοχή εν τζι’ είσχιεν [δεν είχε] τίποτε να ζήσει. Στα βουνά ήντα που ήταν να παράγουσιν [τι θα παρήγαγαν]; Τι επαράγαν [παρήγαγαν] τα βουνά; Τωρά τι παράγουσιν [παράγουν]; Πελέντριν [Πελένδρι], Τζυπερούντα [Κυπερούντα]; Εκτός που μήλα μια φοράν τον χρόνον, λόγω του κλίματος εν [δεν] παράγουν τίποτε. Μ.Α.: Αυτά όλα που λέγαν για το ότι έκαμεν [έκανε] κακό στο περιβάλλον, εσείς πώς το βλέπετε; Π.Π.: Εγώ εν ήβρα [δεν βρήκα] Π.Π.: κακό στο περιβάλλον, είσχιεν [είχε] άνθρωπον, συγκεκριμένα ήταν που τον Μονιάτην, ήταν πάντα μες στους μύλους ολόασπρος τζαι [και] έζησεν ενενήντα χρονών για να πεθάνει. Που ανάπνεεν τη σκόνην, έπιννέν την [την έπινε], ο πεθερός μου έπιννέν [έπινε] τη σκόνην. Π.Π.: Εντάξει ε, εεε, πώς ήταν βλαβερός ήταν. Όι [όχι] να λέομεν [λέμε] τζαι [και] την αλήθκεια [αλήθεια], ήταν βλαβερός ήταν. Αλλά εν ήξερω [δεν ξέρω], έχει το το DNA του καθενού [καθενός], ο οργανισμός του καθενού [καθενός]. Ε πρέπει. Μ.Α.: Υπήρχαν καθόλου, έχετε ακούσει ατυχήματα ή δυστυχήματα; Π.Π.: Ε ατυχήματα, ήμουν που ετσυλήσαν [πάτησαν] έναν με ε, με τάμπερ [00:21:42 σημείωση για καλύτερη κατανόηση Ντάμπερ (Dumper) είναι όχημα μεταφορά υλικών], επέρασεν που [από] πάνω του, μιλούμε με φορτίον πενήντα τόνους. Λάστιχα μεγάλα ψηλά. Τον Κακουλλή ήταν που [από] τα Σπηλιά. Που οο, έλεεν [έλεγε] του οδηγού ως πού να ‘ρτει [να ‘ρθει] στην άκριαν [άκρη] να φκερώσει [αδειάσει]. Εν ήξερω [δεν ξέρω]. Έχλιασεν [γλίστρησε] ο άνθρωπος; Έπεσε; Ήνταμπου έγινεν [τι έγινε]; Π.Π.: επέρασεν που [από] πάνω του. Εκάμέν τον [τον έκανε] [00:22:02 ακούγεται ήχος από χτύπημα χεριών] χαρτομανία. Τζείνον [εκείνο] είδα το. Αλλά άξιτεν [ατυχήματα] που είδα ήταν, ναι, κάποιος που ενε, εεε, συνήθως που εσάζαν [επιδιόρθωναν] τες [τις] ταινίες, οι τεχνικοί, που επέρναν το υλικόν το σκάρτον τζαι [και] ξέρω’ γω, εεε, ένας ενε, συνήθως ήταν έπρεπεν ο ηλεκτρολόγος που εννά [θα] μπει, ο άνθρωπος που εννά [θα] κάμει [κάνει] τη δουλειά Π.Π.: να κρατεί [κρατά] τα κλειδιά της, του ηλεκτρισμού, να μεν [μην] την εκκινήσει κανένας την ταινία. Ε, εξεκινήσαν την ταινίαν και έφαεν [έφαγε] έναν άνθρωπο. Μ.Α.: Ετραυματίστηκε ή επέθανε; Π.Π.: Επέθανεν, όι [όχι] ετραυματίστηκεν. Ναι. Μ.Α.: Σε τέτοιες περιπτώσεις η εταιρεία έδινεν κάποιαν αποζημίωση, εφρόντιζεν την οικογένειαν του ανθρώπου; Π.Π.: Όι [όχι]. Εδίαν [έδινε] αποζημίωση μόνον. Ήντα [τι]; Τότες που πήα [πήγα] εγώ είσχιεν [είχε] ασφάλειαν, είχαν ασφάλεια Π.Π.: η εταιρεία, ασφάλειαν για τους υπαλλήλους, όσα εδικαιούσουν [δικαιώσουν] που [από] την εταιρεία, που [από] την ασφάλεια. Όι [όχι] εν τζι’ ήταν [δεν και ήταν] πολλά λεφτά. Μ.Α.: Όταν κάποιος ετραυματίζετουν [τραυματιζόταν] η εταιρεία επλήρωνεν αποζημίωση πάλι; Ή επλήρωνεν του την εγχείρηση; Κάτι που έπρεπε να κάνει; Π.Π.: Ε αφού είσχιεν [είχε] νοσοκομείον δικόν της. Εγώ έκαμα τζει [εκεί] πάνω εγχείρηση τες αμυγδαλές μου, έκαμέ μου τες [μου τις έκανε] ο Τζιρκώτης. Είσχιεν [είχε] νοσοκομείον η εταιρεία δικόν της. Μ.Α.: Πώς ήταν το νοσοκομείο, ήταν καλό; Π.Π.: Ω, βέβαια. Ήταν όπως το νοσοκομείον της Τζυπερούντας [Κυπερούντας]. Έτσι. Μ.Α.: Και ήταν δωρεάν; Π.Π.: Βέβαια, οι υπάλληλοι εν επλερώναν [δεν πλήρωναν] τίποτε τζαι [και] επωφελούνταν τζαι [και] οι οικογένειές τους, να πλερώσουν [πληρώσουν] μηδαμινά. Πιο λία [λίγα] που [από αυτά που] πλερώνουμεν [πληρώνουμε] τωρά στο ΓεΣΥ [00:23:49 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: ΓεΣυ είναι το Γενικό Σύστημα Υγείας]. Μ.Α.: Το σχολείο; Το σχολείο ήταν δωρεάν για τα παιδιά; Π.Π.: Ε, βέβαια, επλέρωνέν τα [τα πλήρωνε] όλα η εταιρεία. Τζαι [και] μετά τζαι [και] τη μεταφορά τους Π.Π.: εις την Κακοπετριά, επλέρωνέν τα [τα πλήρωνε] η εταιρεία. Είσχιεν [είχε] ταξί και επαίρνεν. Διότι η κόρη μου επήεν [πήγε] εκεί σχολείον ως την τρίτην τάξη, μετά επήαινεν [πήγαινε] Κακοπετριά. Τζαι [και] Είσχιεν [είχε] ταξί η εταιρεία τζαι [και] επαίρνεν τους τζαι [και] έφερνέν τους. Μ.Α.: Όταν έκλεισεν το μεταλλείον πώς νιώσατε; Π.Π.: Εγώ έφυα πριν να κλείσει το μεταλλείον, διότι εμεγάλωσεν η κόρη μου, έπρεπεν να πάει γυμνάσιον. Τζαι [και] επειδής εεε, που ήμουν στον Αμίαντον, έρκουμουν [ερχόμουν] τζαι [και] έξω τζαι [και] έκαμνα [έκανα] δουλειές Π.Π.: σε ιδιώτες τζαι [και] έφυα [έφυγα] που [από] τον Αμίαντον πριν να κλείσει το μεταλλείον τζαι [και] επήα [πήγα] στο, εδούλευκα στον Κυθρεώτη. Σε λατομείον. Μηχανικός, για τρία χρόνια. Τζαι [και] ύστερα έκαμα [έκανα] γκαράζ δικόν μου. Που το έχομεν [έχουμε] ως τωρά. Έχουν το [το έχουν] οι γιούδες [γιοι] μου. Μ.Α.: Ακούσατε ότι έκλεισεν το μεταλλείον το περιμένατε ή ήταν κάτι έκπληξη; Π.Π.: Όι [όχι] επεριμέναμεν τοοο Π.Π.: εμ, για το διεθνές ότι εν [είναι] καρκινογόνος ο αμίαντος τζαι [και] ξέρω’ γω τζαι [και] ξέρω’ γω. Ε, τζαι [και] που την στιγμήν που εμφανίστηκεν το πλαστικόν ο αμίαντος ετέλειωσε. [βήξιμο] Μ.Α.: Ναι λογικό. Εμ, να σας ρωτήσω εσείς πήγατε στον Αμίαντον δεκαπέντε χρονών πάρα πολύ μικρός. Π.Π.: Ναι Μ.Α.: Νιώθετε ότι επήρετε [πήρατε] κάποια μαθήματα ζωής Μ.Α.: που τον Αμίαντον που σας ακολούθησαν μετά στην ζωήν σας; Π.Π.: Ε, ναι, λέω σου άρεσκέν μου [μου άρεσε] ο κόσμος που ήταν αγαπημένος μεταξύ τους. Εν [δεν] είδα ποττέ [ποτέ] μου να μαλλώσουν [τσακωθούν] μεταξύ τους για, για οτιδήποτε. Ο κόσμος. Όι [όχι] μόνον που όσοι εζούσαν στον Αμίαντον. Τζαι [και] που τα περίχωρα που έρκουντον [έρχουνταν] τζαι [και] εργάζουντον [εργάζονταν] εκεί. Πελέντρι [Πελένδρι], Δύμες, Ποταμίτισσα, Τζυπερούντα [Κυπερούντα], Χαντριά, Αγρίθκια [Αγρίδια]. Π.Π.: Ήταν ούλλος [όλος] ο κόσμος αγαπημένος. Εν είσχιεν [δεν είχε] εν [δεν] είχαμε πρόβλημα. Μ.Α.: Τι νιώθετε ότι πρέπει να μάθει ο κόσμος ο σημερινός, οι επόμενες γενιές για τη ζωήν που τον Πάνω Αμίαντον; Π.Π.: Να τους περάσει, τζαι να’ ν [και να είναι] αγαπημένοι μεταξύ τους όπως ήμαστεν [ήμασταν] εμείς, εν [είναι] εντάξει. Αλλά εγώ πιστεύκω [πιστεύω] είναι ότι δεν είχαμε τίποτε να μοιράσομεν [μοιράσουμε]. Δεν μας άνηκεν τίποτε που τζείνον [εκείνον] τον χώρον. Ήταν ούλλα [όλα] ξένα. Έπρεπεν Π.Π.: να’ σουν [να ήσουν], επηαίννες [πήγαινες] μόνον για το μεροκάματον. Ή να μάθεις τέχνη. Έπρεπεν να’ σουν [να ήσουν] αγαπημένος με τον κόσμον. Μ.Α.: Τι ελπίζετε να γίνει για το μέλλον; Για τον Αμίαντο; Π.Π.: Χα χα χα. Τον Αμίαντον εκαταστρέψαν τον, ο τότε Υπουργός όποιος τζαι [και] αν ήταν επί καιρόν Βασιλείου τζαι [και] το δασονομείον, εκαταστρέψαν τον Αμίαντο. Εχαλάσαν κτήρια τα οποία, όταν σου λέω το εργοστάσιον ήταν εννιά ορόφοι έτρεσχιεν [έτρεχε] στον πρώτον όροφον Π.Π.: Να’ σαι καλά κοπέλα μου, η Παναγία να σε γλέπει [προσέχει]. Ναι. Άκου λοιπόν Μαγδαληνή, δεν έχει άλλη λύση, θα μείνεις να φάμεν τζαι [και] να μας τραουδήσεις [τραγουδήσεις]. Μ.Α.: [γέλιο] Ευχαριστώ. Να το κλείσω; [θόρυβος] Γύρισε. Π.Π.: χώμα με αμίαντον τζαι έβκαινε [και έβγαινε] στο τελευταίον αμίαντος. Έτσι κτήρια είσχιεν [είχε] τρία στην Κύπρον. Το έναν ήταν στον Αμίαντον, το έναν ήταν στην Κύπρο. Τζαι [και] εχαλάσαν τα [τα χάλασαν] τζαι [και] εδώσαν τα παλιοσίδερα. Ο τότε εε, Υπουργός, τοο, το δασονομείον εν ηξερω [δεν ξέρω] ποιοι εν που τα κάμαν [τα έκαναν] αλλά φταίει η κυβέρνηση, ο τότε Υπουργός. Όποιος τζαι [και] αν ήταν. Εκάμαν [έκαναν] έγκλημα. Να κλείσει το νοσοκομείον. Που το νοσοκομείον τωρά ήταν να ήταν κρατικόν. Π.Π.: Αφού το, ε, η περιουσία εκεί είναι όλη κρατική. Εν [είναι] το δάσος, όπως το δάσος εν [είναι] για ούλλους [όλους] μας η θάλασσα εν [είναι] για ούλλους [όλους] μας. Τί εχαλάσετε το νοσοκομείον τζαι αφήκετε τα ούλλα [και τα αφήσατε όλα] τα κτήρια τζαι [και] καταστραφήκαν. Για να χτίσεις, για να χτίσεις σπίτι σήμερα θέλεις μισόν εκατομμύριον. Ή τρακόσχιες [τρακόσιες] χιλιάδες. Που έτσι σπίθκια [σπίτια] εν έσχιει πούποτε [δεν έχει πουθενά]. Με έναν πόιν [ένα πόδι] τοίχον, δκύο ποθκιά [δύο πόδια] τοίχον, απομονώσεις, ούλλα [όλα]. Π.Π.: Ε, εχάλασαν τα. Λάθος τους. Μ.Α.: Σας ρώτησα όλες μου τις ερωτήσεις. Έσχιει [έχει] κάτι που θέλατε να μου πείτε και δεν σας το ρώτησα ή κάτι που θέλετε να μου πείτε για να κλείσουμε; Π.Π.: Όι [όχι] αγάπη μου. Μακάρι να περάσουν ούλλοι [όλοι] όπως επεράσαμεν εμείς αγαπημένοι στον Αμίαντον. Εγώ στον Αμίαντον, είπα σου, επήα [πήγα] για να μάθω τέχνη. Μόνο. Άμαν τζαι έμαθα τέχνην, έφυα [όταν έμαθα τέχνη, έφυγα]. Άμα τζαι μεγάλωσαν τα μωρά μου, έφυα [Όταν μεγάλωσαν τα μωρά μου, έφυγα]. Π.Π.: Εν επρόκειτουν να μείνω συνέχεια στον Αμίαντον. Γι’ αυτόν έφυα [έφυγα] πριν να κλείσει το μεταλλείον. Μ.Α.: Άρα κάτι πολύ σημαντικό σας έδωκεν [έδωσε] ο Αμίαντος, την τέχνη. Π.Π.: Ε ναι. Αν δεν εεε, εκεί έμαθα τέχνη τζι’ έκαμα [κι’ έκανα] δουλειά δική μου τζι΄ ήβραν την τα παιθκιά μου τωρά [και την βρήκαν τα παιδιά μου τώρα]. Μ.Α.: Τζαι [και] τη σύζυγό σας. Π.Π.: Ε, τζαι η χαρτωμένην μου [και την αρραβωνιαστικιά μου]. Επειδή εν [είναι] που [από] τον Αμίαντον η σύζυγος μου, άσιλα [γέννημα θρέμμα] εκ γενετής. Είναι, πρόσφυγας εκ γενετής. Π.Π.: Διότι είπα σου ο πεθερός μου ήταν που τον Άην Αθανάσην, η πεθερά μου που τες Γερατζιές, επήαν [πήγαν] στον Αμίαντο, δκυό [δυο] φτωχά πλάσματα, να δουλέψουν. Ε, εκαταφέραν τα, εκάμαν [έκαναν] οχτώ παιθκιά [παιδιά]. Ευτυχώς εν [δεν] είχαν τίποτε, τίποτε, τίποτε. Γι’ αυτόν εν [είναι] αγαπημένα τα παιθκιά [παιδιά] τους. Τα παιθκιά [παιδιά] τους επιβιώσαν ούλλοι [όλοι], εκάμαν ούλλοι [έκαναν όλοι] δουλειές δικές τους, επιβιώσαν, γιατί εν [είναι] αγαπημένοι. Αν σηκώσεις τωρά το τηλέφωνο τζαι [και] πιάεις [πάρεις], σου πω να πιάεις [πάρεις] έναν που τους κουνιάδους μου τζαι πε τους [και πες τους] «εχτύπησεν ο Πανίκκος, έπαθεν κάτι ο Πανίκκος», Π.Π.: το πολύ σε ενάμιση ώρα εν να’ ναι δαμέ [θα είναι εδώ] τζι’ οι [και οι] οχτώ. Σε ενάμιση ώρα. Χμ. Τόσον αγαπημένοι είναι. Μ.Α.: Ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε Πανίκκο. Π.Π.: Να ’σαι καλά κοπέλα μου, η Παναγία να σε γλέπει [προσέχει]. Ναι . Άκου λοιπόν Μαγδαληνή [θόρυβος], δεν έσχιει [έχει] άλλην λύσην, θα μείνεις να φάμεντε [φάμε] τζαι [και] να μας τραουδήσεις [τραγουδήσεις]. Μ.Α.: [γέλιο] Ευχαρίστως. Να το κλείσω.