Νικολέττα Χριστοδούλου: Κυρία Μαρούλα σας χαιρετώ και ευχαριστώ για τι που δεχτήκατε να μας δώσετε συνέντευξη για το πρόγραμμα της προφορικής ιστορίας που έχουμε για τον Πάνω Αμίαντο. ε Καταρχήν θέλω να μου να μου να μου πείτε λίγες πληροφορίες για εσάς. Το το όνομά σας το επίθετό σας πότε γεννηθήκατε πού γεννηθήκατε πού ζήσατε. Πάτερ Σπυρίδωνας Παπαδόπουλος: Αυτά. Μαρούλλα Παπαδοπούλου: Πάνω; Ν.Χ.: Ναι. Μ.Π.: Ε Μαρούλα Παπαδοπούλου. Γεννήθηκα στο Κοιλάνι. Εμεγάλωσα στη Λεμεσό από τεσσάρων χρονών. Μετά το 53 παντρεύτηκα και πήγα στον Αμίαντο. Ν.Χ.: Είπατε πότε γεννηθήκατε; Μ.Π.: Ε πότε εγεν Ν.Χ.: Πότε; Μ.Π.: Το 33. Ν.Χ.: Το 33; Μ.Π.: Τον Νοέμβριο. Ναι. Ν.Χ.: Στο Κοιλάνι; Μ.Π.: Στο Κοιλάνι τι επαρχία Λεμεσού. Ν.Χ.: Επαντρευτήκατε και πήγατε Λεμεσό; Μ.Π.: Επα- επαντρεύτηκα και πήγα στον Αμίαντο. Ν.Χ.: Το 53; Μ.Π.: Ναι το 53. Ν.Χ.: Μάλιστα. Ν.Χ.: Ε, τι θυμάστε; Άρα εσείς δεν είχατε κάποια σχέση με τον με τον Αμίαντο με τον Πάνω με τον Πάνω Αμίαντο μέχρι που πήγατε και ζήσατε εκεί πέρα. Δεν δεν είχατε συγγενείς ας πούμε δεν είχατε οικογένεια στον Αμίαντο πριν πάτε εσείς να ζήσετε; Μ.Π.: Στον Αμίαντον εν ο άντρας μου ήταν τα τα πεθερικά μου εζούσαν στον Αμίαντο. Ο άντρας μου εγεννήθηκε στον Αμίαντο. Ναι τα τα πεθερικά μου νομίζω πρέπει να επήγαν στον 26 28 εν ήξερα καλά. Μ.Π.: Τζαι ο πεθερός μου είχε μπακάλικο τζαι μαγειρείο. Εμαγείρευεν η πεθερά μου είχε τζαι μιαν βοηθό μιαν ξαδέλφη του αντρός μου επήγαινε τζαι η συνυφάδα μου τζαι εβοηθούσεν την. Ο άντρας μου το μεσημέρι που έρκονταν οι εργάτες να να φασιν εβοηθούσεν τι διότι ήταν λίγον το περιθώριον έπρεπεν να βοηθήσουν όλοι για να να φασιν γλήγορα τζαι να να πάσιν πίσω στην δουλειάν τους. Ν.Χ.: Μάλιστα. Οπότε αυτόν το μαγειρείο ήταν βασικά το το έκαμαν για να εξυπηρετεί τους τους εργάτες. Μ.Π.: Τους εργάτες τζαι όσοι εργάζουνταν έρκονταν τζαι οι οι επιστάτες κάτι ε τζαι ηλεκτρολόγοι τέλος πάντων έρκονταν τζαι ετρώαν εκεί στου πεθερού μου. Ν.Χ.: Επρολάβατε το ε όταν παντρευτήκατε και πήγατε και εσείς εκεί υπήρχε το μαγειρείο ακόμα; Μ.Π.: Ναι ναι ναι. Ν.Χ.: Θυμάστε πότε έκλεισε; Δηλαδή πόσα πόσα χρόνια ήταν; Μ.Π.: Που έκλεισε; Ν.Χ.: Ναι ή που πού εδούλευε. Νομίζω είπατε πότε Το 20 ε; Στο περίπου πότε ναι. Π.Σ.Π.: Ε, 50-57-58, 58. Μ.Π.: Ναι ε ήρτεν ο τότε νέος ο διευθυντής έφερεν πολλά μηχανήματα τζαι ελιγόστεψεν το οι εργάτες τζαι εν είχεν ζωήν πια για τη τζαι εκλείσαν ε ε φύαν μετά επήγαν στην Απεσιά τούτο ήταν το χωριόν τους. Ν.Χ.: Μάλιστα. Άρα αν θυμάμαι είπατε από το 26. Π.Σ.Π.: ‘25. Ν.Χ.: Το ‘25. Ν.Χ.: Από το 25 μέχρι το 50 55 58. Από το 25 ως το 58 υπήρχε το μαγειρείο. Θυμάστε το όνομα; Το μαγειρείου; Μ.Π.: Ε; Ναι. Ν.Χ.: Είχε κάποιον όνομα το μαγειρείον; Μ.Π.: Όι όι ήταν έτσι απλά πράματα. Ν.Χ.: Τι τι τι εκάμναν τότε τι τι ετρώαν ο τι ετρώαν ο κόσμος τότε οι εργάτες; Μ.Π.: Ε τι η πεθερά μου έκαμνεν ε φασόλια ρεβίθια φασόλες κεφτέδες τούτα ήταν τα. Ν.Χ.: Μάλιστα. Εν εχρειάζονταν να τρων πολλήν κρέας οι εργάτες για να Εφαντάζουμουν ήταν σκληρή η δουλειά. Μ.Π.: Όι κρέας επειδή ήταν καθημερινές το κρέας το ετρώαν σπίτιν τους την Κυριακήν. Ε καθημερινές όι ήταν πιο πολλά όσπρια. Κάτι τέτοια. Ν.Χ.: Ήταν κυρίως μεσημέρι; Μ.Π.: Το μεσημέρι το μεσημέρι ήταν που ετρώαν. Την νύχταν όι. Ν.Χ.: Μάλιστα. Μ.Π.: Τζαι θυμούμαι ήταν κάτω στη οι εργάτες έρκουνταν που είχαν μύλους οι μύλοι ήταν κοντά στο εκεί που ήταν ο πεθερός μου είχεν μύλους τζαι έρκουνταν που τους μύλους. Σκονισμένοι ολόασπροι. Ν.Χ.: Ήταν μύλοι που αλέθαν εννοείτε σιτάρι; Π.Σ.Π.: Όι όι οι μύλοι που επεξεργάζουνταν το μετάλλευμαν το τα τα μύλοι ναι. Ν.Χ.: Μάλιστα. Θυμάστε. Μ.Π.: Κοντά ήταν τζαι ο εξακύλινδρος διότι τα τα πρώτα χρόνια το ρεύμαν επαράγετο εις τον Αμίαντον. Μετά ενώθηκεν με την αρχήν ηλεκτρισμού. Τζαι ήταν κοντά στου πεθερού μου εξακύλινδρος. Ν.Χ.: Οπότε ο εξακύλινδρος ήταν γεννήτρια αν καταλαβαίνω καλά. Μ.Π.: Ναι ναι έπρεπε να ήταν μεγάλες γεννήτριες για να τα λέσιν εξακύλινδρος πρέπει να σιεν έξι μηχανές για να. Ν.Χ.: Μάλιστα. Ε. Μ.Π.: Τσακκαριστές τι ήταν τούτοι που επιβλέπαν ε ε τσακκαρής κάτι έρκουνταν τζαι ετζιεινοι ετρώαν. Ν.Χ.: Μάλιστα που που ετσιάκκαραν που ελέγχαν την φαντάζομαι εννοείτε τα τα μηχανήματα τη την δουλειάν που εγίνετουν; Μ.Π.: Ναι ναι. Ν.Χ.: Ήταν καθαρά; Υπήρχαν ας πούμε τούτοι που ελέγχαν καθαρά τα μηχανήματα Τζαι ήταν που έρκονταν που το εξωτερικόν ίσως; Μ.Π.: Ναι. Τζαι εσιην τζαι στη συντεχνία τζαι ελέγουν την Νέα Εγκατάσταση που ήταν ο πεθερός μου. Είχεν ακόμα έναν μαγειρείον πιο πάνω. Ν.Χ.: Α οπότε ήταν συνολικά Άρα υπήρχεν κάποιος ανταγωνισμός ανάμεσά σας στο μαγειρείο σας; Μ.Π.: Ε νομίζω του πεθερού μου σαν να είχεν πιο πολλήν δουλειάν εν ήξερα ίσως ο τρόπος του ήταν. Ν.Χ.: Οκέι. Άρα ήταν δύο τα Εννοείτε δύο μαγειρεία αλλά υπήρχαν φαντάζομαι τζαι άλλα εστιατόρια ή όι; Μ.Π.: Ε ήταν ναι τζαι στην Νέα Εγκατάσταση στην περιοχήν τζιαμαί ε. Που ήταν κοντά στες δουλειές ναι. Π.Σ.Π.: Δύο στη συνοικίαν αλλά υπήρχαν τζαι σε άλλους τόπους μαγειρεία. Ν.Χ.: Μάλιστα. Ν.Χ.: Μάλιστα. Α είν- η συνοικία που μιλούμεν ήταν τα δύο μαγειρεία τα βασικά; Μ.Π.: Νέα Εγκατάσταση που εξυπηρετούν τους εργάτες που έ τωρα στο είπα σου. Ν.Χ.: Ονομάστηκεν Νέα Εγκατάσταση φαντάζομαι γιατί ήταν καθαρά ρωτάω επειδή μου μοιάζει μηχανολογικός όρος. Ήταν καθαρά της εταιρείας που ήταν μια νέα εγκατάσταση φαντάζομαι που δημιουργήθηκε για το για γι' αυτό ονομάστηκε έτσι; Μ.Π.: Εργάζουνταν τζαι γυναίκες εις τες μίνιες αλλά τζείνες πρέπει να εφέρναν φαΐν μαζί τους. Θυμούμαι όταν ε εσχολάνναν ε κατεβαίνναν τρεχτές που τα μίνια επηαίναν στον Κάτω Αμίαντον να πάσιν στο Πελέντρι ναι πιο πολλές ήταν από το Πελέντρι. Ναι. Θυμούμαι το τούτον που εκατεβαίνναν έτσι τρεχτές που τα μίνια να ντυμμένες μούσαν τζαι να να πάσιν στον Κάτω Αμίαντον. Ν.Χ.: Μάλιστα. Θυμάστε καμιά ιστορία σε σχέση με τες αφού μου αναφέρετε τζαι τες γυναίκες που εδουλεύαν; Ήταν πολλές οι γυναίκες; Τζαι ήταν Κύπριες μόνο; Μ.Π.: Είχεν αρκετές. Ε γυναίκες έν τζαι πολύ ήξερα γιατί εργάζουνταν τες μίνιες εγώ ήμουν σπίτι. Ε άντρες έτσι που έρκουνταν εκεί ε εμιλούσαν διάφορα. Είσιεν έρκουνταν τζαι Τούρκοι. Οκέι. Ν.Χ.: Τούρκοι; Εννοώντας Τουρκοκύπριους ή ήταν; Μ.Π.: Οι δύο ήταν από τη Συλίκου. Μ.Π.: Ήταν Τουρκοκύπριοι διότι σιν τον τζαιρόν ακόμα ήταν ε να μείνει με τους Έλληνες οι Τούρκοι τον 54 τζιαμαί ήταν. Μετά εν που αρχίσαν οι φασαρίες. Ν.Χ.: Άρα ήταν δύο που θυμάστε οι Τούρκοι τέλος πάντων; Μ.Π.: Δύο εθυμούμουν ναι. Είχεν ακόμα έναν. Τζείνος ήταν φανατικός Τούρκος. Θυμούμαι ο κουνιάδος μου ήταν από τζείνους της Ενόσεως ας πούμε. Εσυζητούσαν πάντα τζαι τζείνος ήταν τον Τούρκον. Τζαι τζείνος έλεεν πάντα φάλα φάλα. Α! Ναι. Ν.Χ.: Τι πού αποκεφαλισμός ας πούμε. Φάλα. Ναι πώς. Οκέι. Ν.Χ.: Άλλες εθνικότητες θυμάστε; Υπήρχαν Μαρωνίτες Υπήρχαν Αρμένη- Αρμένιοι που εδουλεύαν εκεί πέρα; Μ.Π.: Αρμένη- Αρμένη θυμούμαι έναν Αρμένην είχεν ήταν τζαι το. Ήταν ένας κουτσός που είχεν το. Το ένα του ποδάριν ήταν κομμένον. Μα τι ο Αρμένης είντάν που έσιεν ε καφενείον ε. Θυμούμαι καλά το. Θυμούμαι έναν Αρμένην ναι. Π.Σ.Π.: Καραμπέτ. Ε; Μ.Π.: Ο Καραμπέτ; Ναι ναι. Π.Σ.Π.: Ήταν πρώτα στη Νέα Εγκατάστασην τζαι μετά επήεν πάνω. Ναι. Μ.Π.: Ε μπορεί να ε. Εθυμούμουν καλά αν είχεν άλλους Αρμένηδες εκεί. Μ.Π.: Εγιε οι οι τμηματάρχες είσιεν πολλούς ξένους. Τα είχεν Ρώσους είχεν Δανούς είχεν πολλούς ε οι πιο πολλοί ήταν ξένοι. Εθυμούμαι έναν Ιλιούσκον τον ελέαν πρέπει να ήταν Ρώσος είχεν έναν απο τη Δανίαν μάλλον ης Κρίστιανσον. Είχε Ράικοφερ κάτι Γερμανοί ήταν επιστάτης τες μίνιες. Μ.Π.: Θυμούμαι τούτος επειδή ήταν επιστάτης στες μίνιες έρκετουν εκεί στου πεθερού μου τζαι έπιννεν καφέ. Ήταν παντρεμένος με Κυπραία. Εμιλούσεν τα ελληνι- εμιλούσαν όλοι τα ελληνικά ξέρω. Ν.Χ.: Μάλιστα. ε Θυμάστε κάποιες που τες συζητήσεις που εγίνουνταν εις το στο μαγειρείο στο καφενείο; Ήταν μαγειρείο κάθετος καφενείο φαντάζομαι. Αν ναι. Π.Σ.Π.: Τζαι ένα μικρόν μπακάλικον είχε τζαι ένα μικρόν μπακάλικον δίπλα. Ν.Χ.: Μάλιστα. Θυμάστε έτσι συζητούσαν κυρίως για τη δουλειά ή πολιτικά; Όταν ετρώγανε στο μαγειρείο Τι ήταν Ήταν περισσότεροι άντρες είπαμε. Μάλλ- Μάλλον μόνο μόνο άντρες αφού οι γυναίκες ε Μ.Π.: Ε μα εν εκαθούμουν τζιαμαί κοντά τους ε. Ν.Χ.: Αν ετύχαινε να κάμετε καμιά επίσκεψη ε Ε περνούσατε δηλαδή πολλή χρόνο στο στο μαγειρείο ή; Ή επηαίννετε κάποιες φορές εβοηθούσατε; Εβοηθούσατε στο στο μαγειρείο μερικές φορές τον τον πεθερό σας Την πεθερά σας; Μ.Π.: Εβοηθούσα λίγον τζαι εγώ ναι. Εγώ πιο πολλά η συνυφάδα μου. Μ.Π.: Εβοηθούσεν ε. Εβοηθούσαμεν όλοι. Ν.Χ.: Μάλιστα. Ωραία. Αλλά εν θυμάστε έτσι κάτι που σας έκαμεν εντύπωση που που ήσασταν εκεί στο μαγειρείο κάτι που σας έμεινε στο μυαλό ίσως Βέβαια είναι τα εικά μερικά πράγματα αλλά κάτι έτσι που σας έμεινε στο μυαλό ίσως; Μ.Π.: Ε θυμούμαι. Εντάξει ωραία. Ν.Χ.: Ε Άρα τα πεθερικά σας είπαμεν ήταν από τον Πάνω Αμίαντο. Πάνω Αμίαντος ή Κάτω Αμίαντος Ή Αμίαντος; Μ.Π.: Πάνω Αμίαντος α; Ο Κάτω Αμίαντος ήταν χωριστά ε; Ν.Χ.: Υπήρχεν Κάτω Αμίαντος. Μ.Π.: Υπήρχεν ναι υπήρχεν. Αλλά για να από τον δρόμον ήθελες ε με το αυτοκίνητον ήθελες δέκα λεπτά παραπάνω να πάεις ε. Εντάξει είχεν μονοπάτια που ε- είπαμεν εκατεβαίνναν οι εργάτριες αλλά με το αυτοκίνητον ήθελε θέλεις δέκα λεπτά περίπου. Ν.Χ.: Άρα τότε εν ελέγατε απλά Αμίαντος ελέγατε; Μ.Π.: Πάνω Αμίαντος. Πάντα ελέγετουν το μεταλλείον ήταν Πάνω Αμίαντος. Μ.Π.: Το Κάτω Αμίαντος ήταν χωρκόν. Ν.Χ.: Υπήρχε τζαι πριν το μεταλλείο Ο τελοσπάντων ο Αμίαν- Ο Πάνω Αμίαντος εδημιουργήθηκε λόγω του Μ.Π.: Ε τωρα κά- πρέπει να ήταν κάποιοι κάποιος Πελεδρίτης χατζηχτωρής ήρτεν έχτισ- στον Κάτω Αμίαντον ήρτεν έχτισεν πρώτος τζαι σιγά σιγά εμαζευτήκαν οι πιο πολλοί ήταν από το Πελέντρι ή πιο πολλοί τζαι εκάθουνταν στον Κάτω Αμίαντον. Ν.Χ.: Ε στον Πάνω Αμίαντον ήταν για την δουλειάν; Μ.Π.: Αλλά ε έγινε χωριόν κανονικό. Με την εκκλησίαν του με τα καταστήματά του ή το σινεμά τα. Ν.Χ.: Τι καταστήματα; Μ.Π.: Είχεν καταστήματα απα- ο δρόμος πάνω ήταν ο δρόμος που επήγεννεν στο Τρόοδος πριν να κάμουν τον άλλον. Επερνούσαν από τον Αμίαντον για να πάσιν στο Τρόοδος. Ν.Χ.: Α ήταν πηγαίνοντας από Λεμεσό δηλαδή; Μ.Π.: Ναι πηγαίνοντας από Λεμεσό. Έτσι από Λευκωσία. Που τον Καρβουνάν οντάν έρκασουν. Επρέπεν να περάσουν που τον Αμίαντον να πάσιν στο Τρόοδος. Θυμούμαι μιαν περίπτωσην που ήρτεν η η πριγκίπισσα Ειρήνη στην Κύπρον τζαι ήταν εις το Τρόοδος τζαι ήφερεν την ήταν να κατεβούν Λευκωσίαν ε με τον Μακάριον. Μ.Π.: Ε τζαι εκατέβηκεν εμαζεύτηκεν το χωριόν όλον πάνω στον δρόμον το σχο- οι μαθητές τζαι υποδεχτήκαμεν την πριγκίπισσα. Εσταμάτησεν ε εβάλαν τι εμιλήσεν της ο ο κοινοτάρχης εδώσαν της ανθοδέσμη. Ε ο δρόμος εκείνος ήταν είχεν πολλά καταστήματα. Μ.Π.: Είχεν μπακάλικα ράφτην ε ήταν το κατάστημαν του Μιχαλάκη του Παπαδόπουλου επουλούσεν είδη έτσι της του σπιθκιού καλλυντικά ήταν καλόν κατάστημαν καφενεία. Ήταν το ταχυδρομείον τζαι πιο κάτω στην αρχήν του δρόμου τούτου ήταν το σινεμά. Τζαι εγίνουνταν τζαι έρκουνταν τζαι θίασοι ο θίασ- το κυπριακόν θέατρον θυμούμαι έρκετουν. Τζαι εγίνουνταν τζαι χοροί στο σινεμά. Μ.Π.: Μετά που έκλεισεν το σινεμά έγινεν το Badminton. Ήταν το πρώτον στην Κύπρον που το που τον Αμίαντον ε ξεκίνησε. Ε δίπλα ήταν τα τηλέφωνα της εταιρείας ε εργάζουνταν κοπέλες εκεί τζαι πίσω που τα κα- που τα τηλέφωνα είχεν καφενείον. Τζαι μετά που έκλεισεν το σινεμά εκάμναν εγυρίζαν ταινίες εκεί στο καφενείον. Ν.Χ.: Μάλιστα. Μ.Π.: Πιο δίπλα ήταν το πελεκανιόν. Μετά τα εμαζέψαν όλα σε έναν τόπον. Πρώτα ήταν σκορπισμένες οι διάφορες δουλειές. Μετά έγινε είχε μιαν πλατείαν εκάμαν τα όλα εκεί τα γραφεία το καράζ το ήταν όλες οι δουλειές εκεί. Ο άντρας μου εργάζετουν στο ταχυδρομείον ορισμένες ώρες τζαι μετά στο γραφείον. Ν.Χ.: Στο γραφείο. Ν.Χ.: Στο γραφείον τι δουλειάν έκαμνεν ο ο άντρας σας; Μ.Π.: Ε τες δουλειές του μεταλλείου που είχαν με τους εργάτες που να τους πληρώνουν ε ναι. Θυμούμαι τον πρώτον τζαιρόν επήγενναν έξω στες μίνιες τζαι επληρώναν τους. Μετά όμως έρκουνταν νομίζω οι εργάτες εις το γραφείον τζαι επληρώνουνταν. Ε οι δουλειές του μεταλλείου ένει. Εισαγωγές εξαγωγές το μετάλλευμαν ε ναι. Είχαν πολλούς πολλούς γραμματικούς είχεν τζαι πολλές κοπέλες που ήταν στο γραφείον. Ν.Χ.: Ε. Ο μισθός ήταν ικανοποιητικός τότε; Μ.Π.: Ε για την εποχήν εκείνην ναι. Είχαμεν τζαι ευκολίες όλα στον Αμίαντον. Ρεύμαν δεν επληρώναμεν ούτε νερόν τα σπίτια ήταν δωρεάν είχαμεν ευκολίες ε. Έτσι επερνούσαμεν με τον μισθόν επερνούσαμεν. Ν.Χ.: Μάλιστα. Υπήρχαν διαφορές στους μισθούς; Κα, κάποιοι έπερναν πιο λίγα, κάποιοι περισσότερα Θυμάστε; Μ.Π.: Εντάξει οι τ, οι τμηματάρχες ήταν θα ήταν πιο πολλά. Γιατί. Μ.Π.: Τον τζαιρόν που επαντρευτήκαμεν ο μισθός του αντρός μου ήταν 20 λίρες. Ε για τζείνον τον τζαιρόν εθεωρείτουν καλός μισθός. Ε μετά σιγά σιγά ε αυξήσις ε ήταν καλές οι συνθήκες του της δουλειάς νομίζω στον Αμίαντον. Ν.Χ.: Με 20 λίρες τι αγοράζατε; Τζαι τζαι αγορά- Ό,τι χρειαζόσασταν το βρίσκατε στον στον Πάνω Αμίαντον ή έπρεπε να πάτε και αλλού; Άρα τούτα τα λεφτά τα 20 λίρες ήταν αρκετές είπαμε. Τι; Μ.Π.: Ε τα τα ό,τι εχρειαζούμαστεν ε όι είχεν στον Αμίαντον από όλα. Ε ήταν τζαι ε εβοηθούσαν μας τα πρώτα χρόνια τζαι ο πεθερός μας που είχεν του που τον μπακάλικον. Εν επκιάναν λεφτά. Αλλά ό,τι εχρειαζούμαστεν είχεν. Μ.Π.: Τζαι κρεοπωλείον μετά έγινε συνεργατικόν που είχεν από όλα μέσα. Είχεν τζαι έναν παπουτσάς κατάστημαν εκεί στον Αμίαντον ε ό,τι εχρειαζούμαστεν εβρίσκαμεν τα. Ν.Χ.: Παπούτσια. Τα παπούτσια τα πάτα ναι; Μ.Π.: Ναι ναι ο μπάτας ναι. Είχε υποκατάστημα να λέτε ήταν. Ν.Χ.: Υπήρχαν και καταστήματα με ρούχα Δηλαδή ε καλύπτονταν οι ανάγκες σας; Εβρίσκατε ό,τι χρειαζόσασταν εκεί Ε ή εν ήταν μόνο τρόφιμα μπακάλικα. Υπήρχαν τζαι ρούχα ρουχισμός. Υπόδησης είδη υπόδησης ένδυσης. Μ.Π.: Ναι ε ρούχα ήταν με τον πήχην εκείνον τον τζαιρόν. Εν εί- εν είχεν έτοιμα πολλά. Στην αρχήν ήταν με τον πήχην. Είχεν κατάστημαν που επουλούσεν ναι. Ν.Χ.: Οπότε αγοράζετε το ύφασμα και και ράβα- ράβατε τα. Τέλος πάντων τα ρούχα εννοείτε; Τι; Το με τον πήχην τι εννοείτε; Αγοράζετε τα υφάσματα; Μ.Π.: Ε πρώτα εν εσείς εν θα τα εφτάσετε. Αγοράζαν τα το ρούχον τζαι επέρναν το στες ράφταινες στους ράφτες να το ράψουν. Ν.Χ.: Οπότε φαντάζομαι υπήρχαν ράφτες και ράφταινες. Υπήρχαν εις τον τζαι στον; Μ.Π.: Ναι ναι. Ράφταινες τζαι ράφτες υπήρχαν. Ν.Χ.: Μάλιστα. Εσείς πώς επερνούσατε τον χρόνο σας; Μ.Π.: Ε τέθκοιες γειτόνισσες. Είχα παρέες με παρέες ε εσυνηθούσαμεν να πίνουμεν τη γειτόνισσες εκεί πέντε έξι να πίνουμεν τον καφέ μας. Επηαίνναμεν όταν ε οι γιορτές όταν μια ονομαστικές γιορτές ανταλλάσσαμεν επισκέψεις. Ε τζαι τα παιδκιά που ήταν μικρά. Μ.Π.: Εγώ εν εκαθού- εγώ εκαθούμουν στον Πάνω Αμίαντον εν ε όι στη Νέα Εγκατάσταση ήταν άντα τα πεθερικά μου εγώ ήμουν πάνω στο χωρκόν. Ν.Χ.: Που ήταν το μεταλλείο; Μ.Π.: Ε ναι ήταν το μεταλλείον ε έξω που το χωρκόν ήταν το μεταλλείον. Ε μέσα στο χωρκόν ήταν ε χωριόν κανονικόν. Ν.Χ.: Επηρεαζόσασταν από το μεταλλείο Δηλαδή εμύριζεν Υπήρχε σκόνη; Μ.Π.: Σκόνη. Ν.Χ.: Σκόνη. Μ.Π.: Πολλήν. Εκάμνεν πολλήν ε τον τζαιρόν που ήμουν στον Αμίαντον μπορούσες στον Αμίαντον να κάμνεν πάνω που μισόν μέτρον. Ν.Χ.: Χιόνι; Α. Μ.Π.: Ναι. Ν.Χ.: Οπότε άρα εχιόνιζεν πολύ. Μ.Π.: Ναι ναι τζαι θυμούμαι παν- ενώ που είμαστεν παντρεμένες ε εθουσιαζούμαστεν εβκαίνναμεν έξω τζαι επαίζαμεν χιονοπόλεμον. Τζαι εμείς οι μεγάλοι τζαι τα μωρά. Ν.Χ.: Κάθε χρόνο εχιόνιζεν; Ή υπήρχαν χρονιές που; Μ.Π.: Ναι ναι. Κάθε χρόνον. Κάθε χρόνον εχιόνιζεν. Τα τελευταία χρόνια εν κάμνει χιόνιν. Εν κάμνεν πολλήν. Ν.Χ.: Εννοείτε πρόσφατα. Πρόσφατα τα τελευταία χρόνια στις μέρες μας εννοείτε. Εν κάμνει πολλή χιόνι. Όμως όταν ήσασταν εσείς εκεί εχιόνιζε αρκετά. Μ.Π.: Ναι ναι εχιόνιζεν. Τζαι θυμούμαι η αποθήκη που είχαμεν τα ξύλα εν ήταν τέλεια δίπλα που το σπίτιν μας ήταν λίγον πιο μακριά. Ο άντρας μου με το φτκιάριν έκαμνεν αν- ένα μονοπάτι για να περάσει να φέρει τα ξύλα με την κοφίνα. Να τα φέρει εκεί στην κουζίναν που ήταν η η σόμπα το ξυλό. Ν.Χ.: Ήταν εύκολη η ζωή; Τότε. Οταν εχιόνιζεν ας πούμε; Μ.Π.: Ε συνηθούσαμεν εν μας επείραζεν. Επα- μέσα στο χιόνιν εβκαίνναμεν έξω ε είχαμεν γαλόσες. Γαλόσες ήταν κάτι που πάνω που τα παπούτσια εφορούσαμεν κάτι σαν λαστιχένια γαλόσες ελέγουνταν. Τζαι εβκαίνναμεν έξω. Ν.Χ.: Α εφορούσατε στα παπούτσια. Μ.Π.: Τα παπούτσια εφορούσαμεν τα τζαι π- πάνω οι γαλόσες. Ν.Χ.: Μάλιστα. Στις μέρες μας νομίζω εν. Μ.Π.: Για να μεν βρέχουνται τα παπούτσια τζαι για να μεν γλιστρούν. Διότι το παπούτσιν εγλιστρά. Ενώ η οι γαλόσες είχαν ήταν που κάτω έτσι τες καθαρωτές ε. Ν.Χ.: Μάλιστα. Μ.Π.: Επηαίνναμεν εν ε εν εμέναμεν περιορισμένοι που το χιόνιν. Εσυνηθούσαμεν ε. Ν.Χ.: Απολαμβάννετε δηλαδή τις μέρες; Εν ε- παραπονιούσασταν Δεν είχατε παράπονο; Μ.Π.: Όι όι ήταν ωραίον το χιόνι. Ν.Χ.: Όπως έχουμε και εμείς σήμερα έχουμε πολλά παράπονο με το παραμικρό. ε Μ.Π.: Να κάτσω να τζι σπάσω εγώ; Ναι ένα λεπτό να πιάσω τζιαι ένα πιατάκι. Να πιατάκι; Ν.Χ.: Okay. Ναι. Άρα εννοείται κυρία Μαρούλα ότι εβλέπετε ε είτε- εφτάσετε την εποχή που υπήρχε ακόμα το καλώδιο το φαντάζομαι εκρέμμουνταν. Έναν τα καρότσια που εκρέμμουνταν τα βαγόνια που εκρέμμουνταν που το σχοινίν έννεν; Τζαι εσείς επρολάβατε θυμάστε το τα το σχοινί τα βαγόνια; Μ.Π.: Ναι ναι θυμούμαι ναι. Εβλέπα τα στη Λεμεσό στον ε στον Αμίαντον όι ήταν. Τα το μετάλλευμαν μετά που εφέραν μηχανήματα εβάλλαν το σε βαγόνια που εκυλούσαν πάνω στες γραμμές τζαι περ- πηγαίνναν στον μύλον. Ν.Χ.: Μάλιστα. Οπότε υπήρχαν γραμ- Μ.Π.: Σαν βαρκούλλες μεγάλες εβάλλαν το μέσα το μετάλλευμα τζαι πάνω στες γραμμές επήαιννεν. Τζαι είχεν κάτε βαγόνιν εν ε στέκετουν ένας άντρας πίσω του τζαι βαστούσεν έναν ξύλον νομίζω ήταν σαν στόπερ να μεν να πρέπει να σταματήσει. Αλλά νομίζω κοντά στον. Π.Σ.Π.: Δεν ήταν για τις εσωτερικές εργασίες του μεταλλείου. Μόνο για τες εσωτερικές ε- ε- εργασίες. Μ.Π.: Κοντά στον μύλον ήταν λίγον πιο ανηφορικές οι- για να σταματά εύκολα; Ν.Χ.: Άρα το υπάρχει ένα ε βαγόνι τέλος πάντων ένα βαγόνι να το ονομάσω; Που ήταν μέσα στο κέντρον επισκεπτών; Που είμαστε στο κέντρον επισκεπτών τζείνον εν τζείνον που ήταν για τις εσωτερικές εργασίες; Δεν ήταν το βαγόνι του εναέριου Εκείνον που αν ξέρετε που εμ- μέσα στο που εκρατήσαν ένα δείγμα; Π.Σ.Π.: Είναι που είναι που το χρώμιον τζείνα. Δεν είναι του Αμιάντου. Ν.Χ.: Α! Π.Σ.Π.: Του Αμιάντου δυστυχώς δεν εμείναν.