Κωνσταντία Ηροδότου
Ο πατέρας της εργάστηκε στο ορυχείο.
Έρευνα
Μαίρη Αντωνίου
Τόπος Γέννησης
Πολεμίδια
Ημερομηνία Συνέντευξης
02/10/2025
Μαίρη Αντωνίου (Μ): Χαίρετε, είμαστε στα Πολεμίδια σήμερα. Είμαστε με την κυρία Κωνσταντία. Κυρία Κωνσταντία, να μου πείτε το όνομά σας ολοκληρωμένα.
Κωνσταντία Ηροδότου (Κ): Κ Νικολάου ήμουν. Τωρά είμαι Νέστορος.
Μ: Μια χαρά. Θέλετε να μου μιλήσετε πρώτα λίγο για σας. Πότε, πού γεννηθήκατε…
Κ: Πολεμήθκια γεννήθηκα τζι εμεγάλωσα μες τον Αμίαντο.
Μ: Ωραία. Πότε γεννηθήκατε; Όπως θέλετε, πείτε μου το. Αν θέλετε πείτε μου μήνα, όπως νιώθετε.
Κ: Μάιον εγεννηθήκα. Πρωτομαγιάν. Αλλά εν θυμ-
Μ: Ωραία-
Κ: Πρέπει να ‘μαι 77-78 χρονών. Έν αθθυμούμαι. Να φέρω την ταυτότηταν μου;
Μ: Όι, είναι μια χαρά. Μεν έχετε έννοια.
Κ: Εν έχω προβλήμα με τα χρόνια.
Μ: Έχετεεε… Είπατε μου ότι ζήσατε στον Αμιάντο.
Κ: Ναι.
Μ: Έχετε κάποια σχέση με το μεταλλείο του Αμιάντου;
Κ: Εγώ, όχι. Ο παπάς μου-
Μ:- ο παπάς σας-
Κ:-και ο αδερφός του ήταν μαζί μας μεσ' το ίδιο σπίτι εμεινήσκαμε, που εδουλεύκαν στον Αμιάντο.
Μ: Τι θυμάστε από τα χρόνια που ζήσατε στον Αμιάντο;
Κ: Εμ..επεράσαμεν ωραία. Ευχάριστα, ας πούμε. Είμαστεν ούλλοι μαζίν, με τους γειτόνους, με τααα… επήεννααα… Επήα σκολείο τζει πάνω έναν χρόνον. Ύστερα ήρτα κάτω. Αρρώστησεν η γιαγιά τζι ήρτα κάτω τζι εμείνισκα μαζί της.
Μ: Οκ.
Κ: Ήμουν ο γιατρός τους ούλους. Τέλοσπαντων… Δόξα σοι ο Θεός.
Εεεμ…ντάξει… εμ… επηένναμε… επέρναν ο Κούκουλας αθθυμούμαι ήμαστε μωρά τζι επέρναν ο διευθυντής του μεταλλείου ο Κούκουλας τζαι την ώρα πού ‘ταν ώρα του να φύει εκατεβαίναμεν κάτω να του πούμε good morning κύριε Κούκουλα, να πούμεν τα εγγλέζικά μας [γέλια], good morning κύριε Κούκουλα ελαλούσαμεν του. Εντάξει, είσιε […] επεράσαμεν. Ήταν πολλύς ο κόσμος.
Πάρα πολλύς κόσμος, που… Είχαμε ρεύματα τζι πάνω, τηλέφωνα. Εν είσσιεν… Κάτω εν είσσιεν τηλέφωνα, εν είσσιεν ρεύμα. Ενώ τζι πάνω είχαμε ρεύμα, εμείς πού ‘μαστεν μωρά. Τζαι τες σόπες με το ρεύμα τζαι ούλλα. Εντάξει, τζαι με ξύλα είχαμε, αλλά είχαμε τζαι με ρεύμα.
Μ: Μια χαρά. Πόσα άτομα ήσασταν?
Κ: Ήμασταν οχτώ αδέρκια.
Μ: Οχτώ αδέρφια, τζι εμένατε με τη μητέρα σας και τον πατέρα σας, και το θείο σας.
Κ: Τζαι το θείο μας.
Μ: Στο ίδιο σπίτι… Ποιοι επηγαίναν στο μεταλλίον; ο πατέρας-
Κ:- ο παπάς μου τζι ο θείος μου.
Μ: Μόνον; Η μητέρα σας;
Κ: Οοο όχι.
Μ: Αδέρφια άλλα;
Κ: Όι, ήταν μικροί.
Μ: Τι θυμάστε εσείς από την ζωήν εκεί; Πώς εμεγαλώσατε; Πώς θυμάστε τα χρόνια σας.
Κ: Εμεγαλώσαμε καλά. Εμεγαλώσαμε. Δεν μας έλειφκεν τίποτε. Ας πούμε… ντάξει, μπορεί ρούχα να μην ήμαστεν… να πανίζουμε κάθε λλίον, αλλά όμως το φαΐν μας εν μας έλειψε. Επηαίναμεν σχολείο. Το σχολείο εδίαν μας τζαι γαλώσσιες που…
…ας πούμεν εκάμαν ούλλων των μωρών. Εκάμναν τους ας πούμεντε… Ντάξει επεράσαμε, δόξα σοι ο Θεός. Ύστερα που κατεβήκαμεν κάτω.
Μ: Είπατε μου, αναφέρατε μου προηγουμένως τον κύριο Κούκουλαν, τον διευθυντή της εταιρείας.
Κ: Ναι, τον παλιό, τον-
Μ: -ποιες εν οι ανανομήσεις, ας πούμε-
Κ: -τίποτε-
Μ: -ήταν προσιτός;
Κ: Ναι, ναι, ήταν έτσι με το αυτοκινητούιν του επέρναν [γέλια]. Έννοιεν το παράθυρο εσσιερέταν μας.
Μ: Εεε…
Κ: Ήμαστε στην γειτονιάν του πρώτα. Ύστερα μετά επήαμεν τζι κάτω που κάμαν προχτές τη γιορτήν. Εν επήες εσύ. Επήες;
Μ: Όχι, είχε πάει η Νίκολέτα.
Κ: Ήταν μες στο σχολείο. Ήταν γραφεία πρώτα τζαι μετά εκάμαν τα σχολεία ύστερα τζείνα τζι επήαμεν τζι εδώασαν μας σπίτιν πιο μεγάλον τζι επήαμεν τζει κάτω. Τον τζαιρόν του… που ‘ρτεν ο Μάρκελ, να μπου τον λαλούσιν… Ο Εγγλέζος πού ‘ταν υπεύθυνος τζαι εθώρεν μας πως ήμαστεν πολλοί φαίνεται τζαι εδώκαν μας σπίτιν πιο μεγάλον.
Μ:Οκέι. Η ζωή στον Αμίαντον πώς ήταν; είχατε... Τι πράγματα είχατε στο χωριόν εκεί-;
Κ: -[είχαμε] μεταλλείον-
Μ: -είχατε νοσοκομεία; τι είχατε;
Κ: Νοσοκομείον, καλό. Τζαι νοσοκομείον είχαμε. Τζαι τους γιατρούς μας. Είσσιεν τζαι σινεμά. Που κάτω εν εμπορούσες να πάεις, έτσι μωρά που ήμαστε να πάμε σινεμά.
Μ: Επηγαίνατε δηλαδή εκεί [Κ: -ναι επηένναμεν-] ή ήταν μόνο για-
Κ: -όι, όι
Μ: Ήταν για όλους;
Κ: Ναι, ναι, είσσιεν κέντρα, είσσιεν καταστήματα, είσσιεν πολλά πράγματα.
Μ: Εγίνονταν τζι εκδηλώσεις;
Κ: Εκδηλώσεις… ποδόσφαιρον επαίζαν εεεν… Εν εγίνουνταν… μες στην εκκλησία αθθυμούμαι, έκαναν το όχι. Εσχηματίσαν το με δάφνες, μερσίνη τζαι δάφνες και έκαναν το όμικρο χι γιώτα τζαι εκάμαν γιορτήν τζειν την ημεράν ήταν… Εντάξει, έτσι. Ήταν αγωνιστές οι παραπάνω. Αγωνίζουνταν για την ΕΟΚΑ, για το...
Μ: Ποιες εν οι αναμνήσεις σας εσάς; Είδατε… θυμάστε τίποτα για την περίοδο της ΕΟΚΑ στην περιοχή;
Κ: Το μόνο που θυμούμαι, επερνούσαν που σπίτι μας τζι εφκαίναν... Ήταν στο… πάνω που τον ποταμό. Περνούσαν έτσι τζι επηαίνασιν μες τον ποταμό τζαι κατεβαίναν τζι εφκαίναν νοσοκομείο.
Μ:Ποιοι επερνούσαν; Αντάρτες;
Κ: Οι αγωνιστές. Ακούσεν ο παπάς μου παθκιές τζι άνοιξεν τα φώτα τζι εφωνάξαν του κλείσ’ τα φώτα. Τζι εκατάλαβεν το τζι έκλεισεν τα φώτα. Τζι έμεινε μες το νου μου ως τώρα. Θυμούμαι τη φωνή που βάλασιν: «κλείσ’ τα φώτα».
Εκατάλαβεν το ο παπάς μου ότι πρέπει να περνούν που τζιαμέ τζι έκλεισεν τα φώτα τζαι...
Μ: Εν τζι έγινεν κανέναν άλλο περιστατικό που θυμάστε;
Κ: Όι, εν θυμούμαι τζει πάνω να έγινεν τίποτε.
Μ: Οκ. Στο μετα-
Κ: Έρκουνταν τζει πάνω Εγγλέζοι αλλά εν εγίνετουν τίποτε. Εν εκάμαν… Ήταν το νοσοκομείο, ο ποταμός… το σπίτι μας ήταν ποδά [δείχνει], ο ποταμός μες τη μέση τζαι απέναντι το νοσοκομείο.
Είσσιε μονοπάτι και εφκαίναμε τζι επηαίναμε άμα ήταν να πάμε νοσοκομείο.
Μ: Ήταν καλές οι υπηρεσίες εκεί στο...
Κ: Στο νοσοκομείο; Καλό, ήταν τα καλύτερα, που τα καλύτερα.
Μ: Γιατί είχες ζωή ο Αμί-
Κ: Εγώ έκαμα τις αμυγδαλές μου.
Μ: Που ήσασταν εκεί;
Κ: Ναι, στον Αμίαντον.
Μ: Οκ. Που το μεταλλείο, που τη ζωή. Θυμάστε τίποτε να σας είπε ο παπάς σας για κανέναν… ή ο θείος σας για κανέναν περιστατικό ή...
Κ: Όι, ο παπάς μου ήταν πολλά ήσυχος άνθρωπος-
Μ: -για τις συνθήκες που δούλευαν…
Κ: Ντάξει ήταν δύσκολες οι συνθήκες. Εδουλεύκαν τζαι πολλές γυναίκες που σπάζαν την πέτραν τζαι έφκαλαν τον αμίαντον. Να σου δείξω ένα κομμάτιν που ‘ζω δαμέ [μετακινείται και βρίσκει ένα κομμάτι λειασμένης πέτρας που φαίνεται μέσα ο αμίαντος][κοντινό πλάνο στο βίντεο…]. Βλέπεις, ο αμίαντος εν τούτος.
Μ: Α, που εν μέσα στην πέτρα, έτσι;
Κ: Ναι, τζαι έχω το που τον τζαιρό που…[επιστρέφει στη θέση της].
Μ: Και έχετε το σαν αναμνηστικό.
Κ: Ναι, ναι, του παπά μου.
Μ: Μια χαρά. Ήταν δύσκολες όμως οι συνθήκες. Πολλές ώρες που δουλεύαν ή…;
Κ: Οχτάωρο εδουλεύκαν…
Μ: Οχτάωρο μόνο;
Κ: Μετά έβαλαν τους τα κολάνια. Εβάλαν κάτι κολάνια τζι έβαλαν το τούτο [κάνει χειρονομίες] τζι εφέρναν το κάτω στα εργοστάσια, γιατί πρώτα εφέρναν το με τα… τζείνα τα τούτα… ήνταμ που τα λαλούσιν…
Μ: Αμαξάκια;
Κ: Ε ναι κάτι σαν τα τρόλεϊ τζι εκουντούσαν τα. Τωρά ύστερα εβάλαν κολάνια τζι εβάλλαν τα πας τα κολάνια τζι επηαίναν στα εργοστάσια.
Μ: Εν σας επήραν καμιά φορά μαζί τους να δείτε τζιαμέ;
Κ: Στο εργοστάσιο επηαίναμε τζι επέρναμε του φαΐ το μεσημέρι.
Μ: Οκ
Κ: Αλλά είσσιε σκόνη πολλή.
Μ: Μμμ, άρα εσείς θυμάστε χαρακτηριστικά τη σκόνη γιατί...
Κ: Ε ναι είσσιε σκόνη, ναι. Αφού έρκετουν τζαι ήταν ολόασπρα τα ρούχα του κάθε μέρα, ας πούμεν, ήταν ολόασπρα τα ρούχα του ο παπά μου.
Μ: Εν τζαι θυμάστε αν σας ανέφερεν καθόλου για τους μισθούς που πιάναν, για τα-
Κ: -Όι, εν μας έλεαν έτσι πράγματα.
Μ: Ε, είχαν έτσι-
Κ: -εν μας ελάλεν.
Μ: Εσείς εσχετίζεστουν καθόλου με άλλα άτομα, με άλλες οικογένειες, ας πούμε;
Κ: Ναι, με τις γειτονίσσες μας. Εμάς η μάμα μου επήαινεν για καφέ το πρωί, δεν επήαινεν το δείλις. Αλλά, επειδή είμαστε πολλά μωρά, εν επέφταμε πίσω της.
Ε πόσους να βάλει μες στο σπίτι. Είμαστε οκτώ…εφτά άτομα, η μεγάλη ήταν [η αδερφή της εννοεί] κάτω. Εφτά…
Μ: Τζι έμενατε μόνιμα όλον τον χρόνο-
Κ: -ναι, ναι-
Μ: -έτσι γιατί…
Κ: Τζαι το καλοκαίρι έρκουνταν τζαι οι δικοί μας πάνω… Εντάξει.
Μ: Οι δικοί σας που έρχονταν είναι για να εργαστούν, που έρχονταν το καλοκαίρι ή-
Κ: Όι όι. Έρχονταν το καλοκαίρι διακοπές.Ο αρφός της μάμας μου, τα μωρά του έφερνεν τα πάνω. Εν είχαμε…
Μ: Τζείνο που ήθελα να σας πω, να σας ρωτήσω βασικά-
Κ: -ναι μάνα μου.
Μ: Είναι: εκεί στην κοινότητα, εγίνουνταν…
Εσυμμετείχατε ποτέ σε γιορτές που ενδεχομένως να γίνονταν, που την εταιρεία…
Κ: Όχι, μόνο τα σχολεία, μόνο τα σχολεία.
Μ: ..μόνο τα σχολεία;
Κ: Μόνο τα σχολεία.. Εν εκάμναν οι εταιρείες τίποτε ας πούμε, που να-
Μ: -που να καλέσουν τους υπαλλήλους τζαι να πάτε με τον παπά σας ή κάτι;
Κ: Όι, εν θυμούμαι έτσι πράγμα.
Μ: Οκ. Τζαι σχολείο είπατε μου εσείς έπιατε έναν χρόνο εκεί και ύστερα έσταμα-
Κ: Ναι, Πολεμήθκια. Τζι επήαινα τα καλοτζαίρκα πάνω. Στη γιαγιά. Τζαι ύστερα εμείνισκα τζει πάνω.
Μ: Τα αδερφιά σας επήαν καθόλου σχολείον εκεί;
Κ: Ναι, επήασιν.
Μ: Όλοι; Και είχατε-
Κ: Νομίζω μόνο ο μικρός τέλεια εν επήαιν τζει πάνω. Που ‘ρτεν η… που πήαν γυμνάσιον.
Διότι τζει πάνω έπρεπε να πάεις Ευρύχου για να πάεις γυμνάσιο.
Μ: Ναι, ναι, ναι.
Κ: Τζι επροτίμησεν η μάμα μου να ‘ρτει κάτω να πηαίνουν Λεμεσό, δαμέ.
Μ: Είχε δημοτικόν όμως κανονικά, που ήταν για όλα τα μωρά της κοινότητας.
Κ: Ναι, το δημοτικόν ήταν κανονικό.
Μ: Ντάξει, εχρειάζεστουν καθόλου να πάτε σε άλλες κοινότητες δίπλα;
Κ: Όχι, δεν εχρειάζετουν να πάμε πουθενά.
Μ: Είχατε τα πάντα;
Κ: Τα πάντα είσσιεν τα. Μα αφού είσσιεν… Αφού τζει πάνω έρκουνταν τζαι που άλλα χωρκά να ψουνίσουν… να κάμουν... Έρκουνταν με τα γαϊδούρια τζαι φέρναν μας πράγματα που τα γύρω χωριά ας πούμε.
Μ: Τι πράγματα σας εφέρναν;
Κ: Φασολάκια, τομάτες, αγγουράκια... έτσι πράγματα που εφκάλαν τα περβόλια τους…μήλα...
Μ: Ναι. Εσείς έχετε να θυμάστε από εκεί καθόλου δυσκολίες;
Κ: Όι…
Μ: Στην καθημερινή σας ζωή εννοώ… Κ: Όι, εν εδυσκολευτήκαμε.
Μ: Ασθένειες κλπ.
Κ: Το μόνο που εγώ αρρώστησα, επήραν με νοσοκομείο, εφκάλαν μου τις αμυγδαλές μου. Θυμούμαι ας πούμε. Εν είχαμε τίποτε.
Μ: Οτιδήποτε που να σας επηρέασει αρνητικά; Κάτι;
Κ: Όι, δεν είχαμε… κανένας.
Μ: Πώς πιστεύετε ότι επηρέασε το μεταλλείο τη ζωή στην περιοχή; Γιατί φαντάζομαι ότι-
Κ: -εν τα δάση που νομίζω εγώ παραπάνω που πείραξε. Εν σου λαλώ, να αρρωστήσαν... εν ούλλοι που αρρω-, εν παντού που αρρωστούσαν, εν νεν μόνο τζει πάνω που αρρωστούσαν ας πούμε. Αλλά τα δάση επείραξεν τα. Μετά που εσταμάτησεν η σκόνη, άλλαξε η ατμόσφαιρα. Γιατί πηαίνω... επήαινα κατασκήνωση στο Τρόοδος χρόνια πολλά ώσπου τζαι εκάμαν μας τζι εφύαμε... γιατί εν να το κάμουν ευρωπαϊκό...
Κ: Τέλος πάντων, να μεν αρκέψω να ξιτιμάζω. Επήρα τζαι το τροχόσπιτο να το φεύκω τζαι να το παίρνω πάνω. Μα εν εύκολο πράγμα να πιάνεις το τροχόσπιτο να το φέρνεις Λεμεσό... να το παίρνεις 15-20 μέρες πάνω τζαι στρέφεσαι; Ενώ είχα το. Επήαινα τζαι τον σσιειμώνα τζαι ούλλα. Ύστερα εγυρέψαν να κάμουν μεγαλεία. Το αποτέλεσμα! Εκάμαν νεκροταφείο λαλώ τους. Αλλά δεν μπορώ να...
Μ: Πότε εφύατε που τον Αμίαντο εσείς; Εννοώ, για να μεν ξαναπάτε πίσω;
Κ: Εν αθυμούμαι.
Μ: Έμεινεν κάποιον που τα αδέρφια σας;
Κ: Όι, όι κανένας.
Μ: Κάποιος από τους συγγενείς σας ή εφύατε όλοι;
Κ: Άμαν εεε… κάποιος… άνοιξεν… Επήεν στην ΚΕΟ ο παπάς μου μετά, που εν εμπορούσε να μεινήσκει μόνος του τζει πάνω. Εεε τζι εδυσκολέψαν τον να του δώκουν τα λεφτά του που εδικαιούτουν ας πούμε, διότι τάχα εσταμάταν μόνος του, εν τον άφηνεν ο Μάρκελ να σταματήσει. Ήθελεν τον. Αλλά...
Κ: Ύστερα εδώσαν του, εν τα μπου του δώσαν. Τζι εφύ-
Μ: -τζαι εφύατε δηλαδή πριν να κλείσει το μεταλλείο;
Κ: Ναι, εφύαμε πριν να κλείσει τζιαμέ.
Μ: Θυμάστε πότε ήταν τούτον; ήντα χρονιά;
Κ: Δεν θυμούμαι αγάπη μου, εν τά ‘βαλα.. να το σκεφτώ έτσι πράμα, εν αθθυμούμαι.
Μ: Εσείς πώς κρίνετε… Ήταν καλύτερα που ζούσατε τζει πάνω ή μετά που φύατε;
Κ: Εγώ λαλώ τους, τζι εγώ τώρα... εφύλαξα λλία λεφτά πως ήταν να βρω έναν πο τούτο να ‘γοράσω τζει πάνω γιατί τραβάμε το πάνω. Αλλά εεε...
Κ: Ετελείωσαν τα κοπελλούθκια, της κόρης, του γιου, εθέλαν σπουδές... λαώ τζι ‘γώ να πιάω… εβοήθησα τα μωρά τζι εσπουδάσασιν. Δόξα σοι ο Θεός.
Μ: Να σας ζήσουν.
Κ: Ετέλειωσε μια δικηγόρος, μια μαθηματικός, ένας επήεν... πο τούντον… που γυρίζουν έργα… να μπου λαλόυν;
Μ: Ηθοποιός;
Κ: Όι ηθοποιός... επήεν… κάμνει τα έργα. Ήνταλος να το πω;
Μ: Κινηματογραφιστής;
Κ: Κάμνει... γράφει θέατρα, κάμνει... εν στην Ελλά-, εν στη Θεσσαλονίκη τώρα, τελείωσε... τώρα έκαμεν έργο, λαλεί η μάμα του, τζι εν να παρουσιάσει τζι εν να τελειώσει.
Μ: Μια χαρά.
Κ: Αφού ήταν η ζωή του που μιτσής.
Μ: Άρα εσας άρεσε εσάς παραπάνω που ήσασταν τζαμαί.
Κ: Άρεσκε μου το βουνό.
Μ: Είχατε καθόλου έτσι-
Κ: -επαρακάλεσα τους: «ρε παιθκιά, αν σσιει έναν σπίτιν όφκαιρο να ‘ρτω να μεινίσκω λλίες ημέρες πάνω». Μα επιάσαν τζείνοι που είχαν τα μέσα, επιάσαν τα σπίθκια...
Μ: Εσάς το δικό σας το σπίτι που είχατε τζει πάνω;
Κ: Εχαλάσαν το ρε παιδί μου... πετρόχτιστο τζαι να τα χαλάν τα πετρόχτιστα; Μόλις έφευκε το πλάσμα που μέσα εχαλούσαν τα.
Μ: Τζαι είχαν σας το δώσει εσάς που… ποιος σας το… γιατί είπατε μου...
Κ: Η κυβέρνηση... η κυβέρνηση του Αμιάντου. Οι υπεύθυνοι τζει πάνω. Αφού ήταν δικά τους τα σπίθκια. Εν τζείνοι που τα κτίζαν.
Μ: Α, τζαι εδίναν σας δηλαδή-
Κ: Ναι, ναι.
Μ: Στο πού εν να μείνετε… Τζαι ύστερα που μεγάλωσεν η οικογένεια, εμετακινήσαν σας σε άλλο;
Κ: Ναι.
Μ: Τζαι όταν εφύατε εν σας ανήκε δηλαδή; Γι' αυτό το χαλάσαν;
Κ: Όι. Αλλά εν επληρώναμε ούτε ρεύμα, ούτε νερό.
Μ: Α επλήρωνεν τα η κυ-
Κ: Τζει πάνω είσιε ρεύμα, τζαι κάτω εν είσιε ρεύμα, τον τζαιρό που ήμαστε μωρά τζει πάνω. Μ: Ναι.
Κ: Ξέρεις το; Τζει πάνω είχαμε ρεύμα, τζαι δα κάτω οι μιτσιοί εφωνάζασιν: «εν σκοτεινά, εν ηβλέπουμε με την λάμπαν».
Μ: Ναι… Τζαι τούτα δαμέ επληρώνουνταν που τες τοπικές αρχές ή που την εταιρεία;
Κ: Όι που το μεταλλείο. Ήταν του μεταλλείου τζαι τα ρεύματα τζαι ούλλα.
Μ: Τζαι άρα επλήρωνεν τα η εταιρεία;
Κ: Ναι.
Μ: Μόνον το ρεύμα σας;
Κ: Τζαι το ρεύμα τζαι το νερό.
Μ: Τζαι το νερό.
Κ: Ε τζαι ούτε ενοίκιον επληρώναμε.
Μ: Για τον χειμώνα καθόλου θέρμανση, πράματα;
Κ: Όι, εν είσιε θέρμανση. Ξύλα τζαι ρεύμα.
Μ: Ντάξει.
Κ: Επιάσαμε σόπες με ρεύμα τζαι αφτέναμε τες σόμπες, αλλά παραπάνω τα ξύλα.
Μ: Οκ. Άρα δηλαδή εσυνείσφερεν κατά κάποιο τρόπο η εταιρεία τζαι σε τούτο.
Κ: Ναι, ναι.
Μ: Άρα ο μισθός του παπά σας έμενε για τα χρειάζούμενά σας στο σπίτι.
Κ: Ναι.
Μ: Με τα αδέρφια σας ή αν… με άλλα παιδάκια στη γειτονιά σας είχατε… τι σχέσεις είχατε;
Κ: Επαίζ… Ναι είχαμε καλό… επήαιναμε τζιαμε στο σχολείο. Εγώ… Που εν επήαιναμε σχολείο, που ετέλειωσα, είσιε που βάλλαν τα αυτοκίνητα, τα γκαράζ, τζι είσιε ξύλα τζιαι έπιανα τα ξύλα τζι επαρπάτουν πας τα ξύλα [δείχνει με τα χέρια της].
Κ: Τωρά η αγγόνισσα μου η μιτσιά στην Πάφο επήρεν με χτες να μου δείξει που κάμνει κουρτουμπελες. Βάλλει τα σσιέρκα της τζαι γυρίζει τα πόθκια της ίσια πάνω τζαι ππέφτει. Πάντως εγώ εν έκαμνα έτσι. Εγώ επαρπάτουν πας τα ξύλα λαλώ της. Παναΐα μου εν τζαι του γελεσμάτου τζαι του κλαμάτου [γελά].
Μ: Είχατε ωραίες αναμνήσεις δηλαδή στα παιδικά σας χρόνια από εκεί.
Κ: Ναι. Είχαμεν αναμνήσεις…
Μ: Ήθελα να σας ρωτήσω έτσι για ένα περιστατικό... είχατε μου αναφέρει προηγουμένως την ΕΟΚΑ...
Μ: …ότι είχατε υπόψη σας ότι ήταν αντάρτες στην περιοχή.
Κ: Ναι. Ναι, βέβαια.
Μ: Εδιάβαζα τες… πριν λίγες μέρες για ένα περιστατικό που εδόθηκεν εντολή που την ΕΟΚΑ για να σκοτώσουν έναν που τους... μισό λεπτό να το βρω τζαι να σας το πω κιόλας... εεμμμ [παύση και ψάξιμο]… είχε δοθεί εντολή για να σκοτώσουν τον αρχιμηχανικό του μεταλλείου. Ακούσατε τίποτε για τούτον;
Μ: Στο τέλος οι αντάρτες εκαταφέραν απλά να τον τραυματίσουν έτσι πολύ σοβαρά. Εν εκαταφέραν να τον σκοτώσουν.
Κ: Εεε… εν θθυμούμαι.
Μ: Ήταν αντίποινα γιατί οι Εγγλέζοι εσκοτώσαν έναν που τον… τους δικούς μας, γι' αυτό.
Κ: Ναι, ναι.
Μ: Εν αθθυμάστε κάτι τέθκοιο; ή τίποτε για την παθητικήν αντί-
Κ: Όι, εν αθθυμούμαι διοτί… Εν ήταν… εν εκάμναν… ήμαστουν μιτσιοί… μόνο τα γυμνάσια εμπορούσαν να κάμουν έτσι, αλλά…
Μ: ούτε στο σπίτι να πειτε ότι…
Κ: Όι. Ο παπάς μου εν μας ελάλεν τίποτε...
Κ: …μόνον την ώρα που είσιεν τα νέα, σιωπήν ούλλοι, να ακούσει τα νέα.
Μ: Είχατε δηλαδή τι;
Κ:Ράδιο-
Μ: -το ραδιόφωνο τζαι…
Κ: Ναι, ναι. Να ακούσει τα νέα. Εκάμναμεν άκρην ησυχίαν ν’ ακούσει τα νέα.
Μ: Εν τζαι ξέρετε καθόλου για αν υπήρχαν προβλήματα υγείας ή για την ασφάλεια των ανθρώπων που ήταν στο...
Κ: Εν ακούσαμεν. Ήταν… Εμείς με τη δύναμη του Θεού δεν επάθαμε τίποτε.
Κ: Με οι γονείς μου, μεεε…
Μ: Οκ. Δηλαδή έχετε να μου πείτε κάτι για το πώς επηρέασε τη ζωή σας μετέπειτα;
Κ: Εδυσκολευτήκαμε μόλις ήρταμε κάτω, διότι επήαν ούλλοι Γυμνάσιο, επληρώναν τα σχολεία πρώτα, τα Γυμνάσια.
Μ: Τζαι τα αδέρφια σας επήαν... Είναι αγόρια, κορίτσια;
Κ: Ναι, είμαστεν οκτώ αδέρφια. Τρεις γιούδες τζαι πέντε κόρες.
Μ: Και οι κόρες είχαν πάει σε Γυμνάσιο;
Κ: Ναι, ναι. Μόνο εγώ εν επήα [γέλια].
Μ: Ήσασταν η μεγάλη εσείς τζι έπρεπε να τους προσέχετε;
Κ: Είμαι η δεύτερη, αλλά η μεγάλη επήε τζαι ύστερα… επήε ένα δκυο χρόνια τζαι εφκήκεν τζι επήεν κομμώτρια. Εν τα ήθελεν να πάει. Οι άλλες επήασινν. Καλογρεές συγκεκριμένα επήαν τζι οι τρεις.
Μ: Οκ. Που το περιβάλλον εκεί τι θυμάστε; Είπατε μου προηγουμένως ότι επηρέασεν το δάσος παραπάνω το μεταλλέιον…
Κ: Ε ναι, γιατί τζαι τώρα που πάω τζαι βλέπω, εν πιο πράσινο το δάσος.
Μ: Α, με τούντην έννοιαν.
Κ: Εκατάλαβες. Ναι, έτσι.
Μ: Όι ότι το αποψιλώσαν δηλαδή.
Κ: Όι.
Μ: Οκ.
Κ: Εστενοχωρήθηκα που εκλείσαν το... είχαμε μιαν εκκλησούα, τ’ Άη Μάμα, τζαι εγεμώσαν την χώμαν τζι εκλείσαν την.
Μ: Α, έκλεισε;
Κ: Τζαι κατ’ στο μεταλλείο είσιε μιαν εκκλησούα τζαι επηγαίναμε στον Άη Μάμα. Γι’ αυτόν τώρα κάμνουμε τον Άη Μάμα στην πάνω εκκλησία.
Μ: Ναι οκ.
Κ: Τζαι πηαίνουμε τζαι κάμνουμε την πανήγυρην τζει κάτω τζαι... άμαν ετέλειωνεν η γιορτή τ’ Άη Μάμα, μετά ένα θκυο μέρες ερκούμαστε κάτω, π’ ανοίαν τα σχολεία. Μετακινούμαστε [γέλια].
Μ: Τότε πριν να έρτετε μόνιμα κάτω, τι είδους… ποια ήταν η έξοδός σας ας το πούμε;
Κ: Πούποτε. Επηαίναμε περίπατο πάνω στον μπακάλην, επήαινα στο κρεοπωλείον... επηαίναμεν [γέλια]…
Κ: Εν είχαμε... περίπατο. Τζαι είσιε τζαι ποδόσφαιρο πρώτα. Τζαι επαίζαν, τζαι επηαίναμε λλίο…
Μ: Τζαι το σινεμά που μου είπατε, επηγαίνατε;
Κ: Τζαι το σινεμά. Επηαίναμε, αλλά όι συχνά, διότι ήμαστε μιτσιές. Εν μας άφηνεν την νύχτα ο παπάς μας…
Μ: Είχε συχνά παραστάσεις το σινεμά δηλαδή;
Κ: Ναι, ελειτουργούσεν κανονικά.
Μ: Εγίνουνταν καθόλου πανηγύρια της γιορτής του Αγίου ή κάτι;
Κ: Του Αγίου Μάμαντος...
Μ: Άρα εγίνετουν δηλαδή έτσι…
Κ: Ναι, ναι του Αγίου Μάμαντος...
Μ: Χριστούγεννα κάτι να γίνει; οξά…
Κ: Ε Χριστούγεννα ερκούμαστε στη για-
Μ: -κάτω;
Κ: -γιά κάτω τζι εξαναφεύκαμε. Ναι.
Μ: Οκ. Εντάξει, βασικά τούτα ήταν τα παραπάνω που ήθελα να σας ρωτήσω. Εν ξέρω αν έχετε εσείς κάτι να μου προσθέσετε σαν μιαν εικόνα που σας έμεινε μετά που τόσα χρόνια. Που τζιαμέ. Πώς θυμάστε; Ποια εν η καλύτερη εικόνα που έχετε στο μυαλό σας.
Κ: Τούτο που μού ‘μεινε…που θυμούμαι έτσι πολλά, εν που κάμαν τη γιορτή στην εκκλησία με το "ΟΧΙ".
Κ: Ήταν ο Ειρήναρχος, ο αρφός του, ήταν...
Μ: Εκάμναν το κάθε χρόνον ή απλά θυμάστε μια συγκεκριμένη χρονιά;
Κ: Θυμούμαι μια συγκεκριμένη χρονιά.
Μ: Που απλά εγιορτάζαν το "ΟΧΙ"…
Κ: Είσιε πολλούς αγωνιστές τζει μες στες… στον Αμίαντο. Που ήταν της ΕΟΚΑ.
Μ: Ναι.
Κ: Είσιεν πολλά παιθκιά.
Μ: Εν τζαι άκουσατε για κάποιον που τζείνους μετά; Αν εγίνεν κάτι; ότιδήποτε.
Κ: Όι. Ο ένας που πήεν στη μάχη με τους Τούρκους, την πρώτη φορά που πήαν να χτυπήσουν οι Τούρτζιοι τζαι...
Κ: ...ξηχάννω τζαι το επίθετόν του. Τζι επαίξαν τον...
Μ: Οκ.
Κ: Αντρέαν νομίζω τον ελάλουσαν. Ήταν πιο μεγάλοι βέβαια. Θυμούμαι όμως...
Μ: Οι Τούρκοι ή οι Εγγλέζοι;
Κ: Νομίζω ήταν την πρώτη φορά που γυρέψαν οι Τούρκοι να κάμουν… να χτυπήσουν... ήντα τόπον που ήταν; Εσταμάτησεν τζι ο νους μου [σκέφτεται].
Μ: Το '67;
Κ: Την πρώτην φοράν που χτυπήσαν οι Τούρτζιοι τζαι εν τα καταφέραν να... Ύστερα...
Μ: Οκ. Έχει κάτι άλλο που σας έμεινε; που θυμάστε;
Κ: Εν θυμούμαι… Επηαίναμε στην εκκλησία συχνά. Εν ηθθυμούμαι…
Μ: Ο άντρας σας ήταν τζαι τζείνος τζει πάνω;
Κ: Όι.
Μ: Εγνωρίσετε τον που ‘ρχεστουν κάτω;
Κ: Που την Μελίνην ο άντρας μου. Επαρχίαν Λάρνακας. Εν ήξερεν τον Αμίαντον. Τώρα που τον παίρνω εγώ κάθε… όποτε έσιει εκκλησίαν-
Κ: -στέλνει μου ο πάτερ μήνυμα ότι εν να λειτουργήσει τζαι πάμε.
Μ: …τζαι πάτε…
Κ: Ώσπου είμαστε καλά τζαι μπορούμε τζαι οδηγούμε.
Μ: Εν έζησεν καθόλου δηλαδή μαζί σας τζει πάνω;
Κ: Όι. Στο Τρόοδος. Επήρα τον, εις στο Τρόοδος τζαι άρεσκεν του... εχάνα τον μες στα βουνά.
Μ: Τα παιδιά σας καθόλου; Εν συνδεδεμένα με τον Αμίαντο ή όι;
Κ: [γνέφει με το κεφάλι όχι] Εν επηαίναμε… Επηαίναμε μόνο στην εκκλησία.
Μ: …μόνο στην εκκλησία…
Κ: Έπαιρνα τους στο Τρόοδος πού ‘ταν το κάμπινγκ. Ήμαστουν μες στο κάμπινγκ τζαι… ελάλουν… είπα τους:
Κ: Ένα σπίτι ρε. Έβρετε μου τζι εμέναν ένα σπίτι… Τζαι προχτές είπα τους. Λαλούν μου εν έσιει, εχαλάσαν τα ούλλα. Επιάσαν τα σπίθκια τους γιατρούς. Επιάσαν τα πού ‘ταν μεγάλα πολλά. Εντάξει, δόξα σοι ο Θεός.
Μ: Άρα τώρα η σχέση σας είναι μόνο τούτον το να πάτε στη γιορτή του Αγίου τζαι όποτε σας στέλνει ο πάτερ Σπυρίδωνας...
Κ: Όποτε μας τηλεφωνήσει, στείλει μήνυμα ότι εν να λειτουργήσει, πάμε. Μακάρι ναν καλά.
Μ: Πάτε…
Κ: Λαλώ τους τζι εγώ. Ήταν μωρό τζείνος. Αθθυμούμαι τον. Ήταν πιο μιτσής που λλόου μας.
Μ: Ναι.
Κ: Εν ξέ- με κάποιον αρφό μου ένει, αλλά εν αθθυμούμαι… εν τον μιτσήν τέλεια; Εν τον πιο μεγάλον; εν αθθυμούμαι…
Μ: Τζι έτσι θυμάστε έκάμεν έτσι πολύ... τρέχει το… για τον Αμίαντο για να κάμει...
Κ: Αρκήσαν να φύουν τζείνοι. Ήταν εις στο ταχυδρομείο νομίζω ο παπάς του που ήταν.
Μ: Άρα εφύατε εσείς πιο νωρίς.
Κ: Εφύαμε πιο νωρίς εμείς.
Μ: Πριν κλείσει, είπατε μου, το μεταλλείο. Έτσι κι αλλιώς ο πατέρας σας έφυεν, επήεν στην ΚΕΟ.
Κ: Ναι.
Μ: Έφυγε λόγω των συνθηκών ή… για ποιο λόγο έφυε;
Κ: Όι. Έφυεν γιατί εδυσκολεύκετουν μόνος του. Ήταν μαθημένοι ούλλοι μαζί. Το σπίτι γεμάτο, τζι έμπαινεν σπίτι τζι εν είσιε πλάσμα.
Μ: Ναι. Όταν λέτε μόνος του δηλαδή; Έφυεν η μάμα σας;
Κ: Ε ναι. Εφύαμεν ούλλοι τζι ήρταμεν κάτω.
Μ: Ήρτατε όλοι κάτω τζαι έμεινε μόνος του;
Κ: Ε επήαινα τζι εγώ... τες παραπάνω φορές επήαινα. Τζαι μιαν φορά εκάμαμα τζαι σχεδόν έναν χρόνον μαζί του. Επηαίναμε τα Χριστούγεννα τζι ερκούμασταν τις γιορτές, κα’ να θκυο μέρες τζαι εφεύκαμε μαζί. Αλλά εδυσκολεύκετουν.
Μ: Πώς τζαι έφυε; Ήρταν γιατί επήαν τα μωρά σχολείο;
Κ: Ήρτεν η μάμα μου. Επήεν δουλειάν ύστερα, διότι εν τα φκάλλαν πέρα. Τα σχολεία... ήταν πολλά τα σχολεία. Επήαιναν Καλογριές οι κορούες εεε...
Μ: Τζαι ήντα δουλειάν ήβρεν η μάμα σας;
Κ: Επήε στα σχολεία πρώτα. Αλλά επείραξεν την η σκόνη που εσκούπιζε τα σχολεία. Ξέρεις πρώτα εν τζι ήταν... τα μωρά ήταν διαφορετικά. Άσε τώρα που προσέχουν ούλλοι ας πούμε. Ύστερα άνοιξε ένα περίπτερο πας το καφέ Παρί. Τζαμαί που ήταν το καφέ Παρί...
Κ: Ε, εντάξει, επεράσαμε, δόξα σοι ο Θεός.
Μ: Μια χαρά. Αν δεν έχετε κάτι άλλο να μου πείτε, ευχαριστώ σας πάρα πολλά.
Κ: Τίποτε. Να μου πεις ήνταμ που να σου φέρω να πιεις.
Μ: Είμαι εντάξει.
2025-10-02_Herodotou_Constantia_transcription.web.mp4