Χριστόφορος Παπαστυλιανού

Το 1964-1970 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο του Αμιάντου, επειδή ο πατέρας του είχε χειροτονηθεί ιερέας εκεί. Έζησε στον Αμίαντο ως μαθητής.

Έρευνα

Νικολέττα Χριστοδούλου & Μάγδα Αντρέου

Τόπος Γέννησης

Κάτω Μύλος, Λεμεσός

Ημερομηνία Συνέντευξης

08/08/2025

Νικολέττα Χριστοδούλου: [μικρή παύση] Τέλεια. Εμ. Θέλω να μας, να μας πεις το, το όνομά σου, ονοματεπώνυμο, ονοματεπώνυμο, πότε γεννήθηκες; Σε μια πρώτη φάση, τζαι [και] να προχωρήσουμε. Χριστόφορος Παπαστυλιανού: Ναι. Ε, είμαι ο Χριστόφορος Παπαστυλιανού. Εεε, εγεννήθηκα 8 Ιουνίου 1958. Εεε, δημοσιογράφος. Ν.Χ.: Τέλεια. Χ.Π.: Ε — Μαγδαληνή Αντρέου: Η σχέση σας — Χ.Π.: —Πήγαμε στον — Μ.Α.: — Με τον Αμίαντο; — Χ.Π.: — Πήγαμε στον Πάνω Αμίαντο το 1964. Ν.Χ.: — 1964 στον Πάνω Αμίαντο; — Χ.Π.: — Ναι. Στον Πάνω Αμίαντο ναι. Εεε, δεν υπήρχεν τότε Πάνω και Κάτω Αμίαντος. Ήταν ένας ο Αμίαντος. Μετά έγινε, εγράφαμε στην καθαρεύουσαν Άνω Αμίαντος και μετά έγινε Πάνω Αμίαντος. Χ.Π.: Εεε, [μικρή παύση] στη συνέχεια, είναι γνωστόν ότι σήμερα εεε, Αμίαντος υπάρχει, θεωρείται ένας, εεε ο Κάτω Αμίαντος, ο πρώην. Ο οποίος, φαίνεται να ιδρύθηκε στα μέσα της δεκαετίας του '60-'70. Ν.Χ.: Μάλιστα. Πού εγεννήθηκες; Χ.Π.: Εγεννήθηκα στον Κάτω Μύλο, είναι ένα χωριόν, εεε, δίπλα στον Αγρό. Ν.Χ.: Λεμεσό στην ουσία. Επαρχία Λεμεσού, Ν.Χ.: σωστον; Ο Κάτω Μύλος; Επαρχία Λεμεσού; Χ.Π.: Επαρχία Λεμεσού, ναι. Ν.Χ.: Εεε, το, για την περίοδο που μας ενδιαφέρει που εν [είναι] η περίοδος που ήταν τζαι [και] το μεταλλείο ανοικτό και λοιπά, πού, πού εζούσατε; Στην, στον Αμίαντο ή. Γιατί είχατε πάει; — Χ.Π.: — Ναι — Ν.Χ.: — [00:01:50 Δεν ακούγεται] — Χ.Π.: — Εεε, ηηη, η ιστορία η δική μας είναι κάπως διαφορετική από τους υπόλοιπους. Ο πατέρας μου εχειροτονήθηκε ιερέας το 1964 και ως συνήθως, Χ.Π.: όπως συμβαίνει όπως συμβαίνει και σήμερα με τους εκπαιδευτικούς, εεε, οι πρωτοδιόριστοι βγαίνουν προς τα έξω. Εεε, γι' αυτό διορίστηκε στο μεταλλείον Αμιάντου. Εεε, ακολούθησεν πενταετή κύκλο σπουδών, ήταν στη Λευκωσία πέντε χρόνια, ερχόταν Τετάρτη, εεε και Σαββατοκυρίακα [Σαββατοκύριακα]. Για να μας βλέπει. Εεε, αυτή, αυτή ήταν η πορεία μας και φύγαμε το 1971, Χ.Π.: όταν ο πατέρας μου, εεε, μετατέθηκε στον Άγιον Ιωάννη Αγρού. Ένα χωριό, ένα χιλιόμετρο από το χωριό μας. Όπου εμείναμε μια δεκαετία, πριν έρθει στην Λεμεσό. Μ.Α.: Άρα εσείς, — Χ.Π.: — Εεε — Μ.Α.: — πόσο χρονών ήσασταν όταν επρωτοπήγετε [πρωτοπήγατε]; Χ.Π.: Ναι. Εεε, είναι σημαδιακή μέρα η, η οποία την, που πήγαμε στον Πάνω Αμίαντο. Στον Αμίαντο. Χ.Π.: Ε, ήταν η προηγούμενη της έναρξης της σχολικής χρονιάς. Την επόμενη μέρα με, έπιασε ο πατέρας από το χέρι και με πήρε στο δημοτικό σχολείο. Ξεκινούσε, εεε, ξεκινούσα ως πρωτάκι στο δημοτικό σχολείο. Ένα σχολείο το οποίο ετέλειωσα [τελείωσα], ε, το 1970 και τις έξι τάξεις. Εεε, και έχω τις καλύτερες Χ.Π.: ακόμη μέχρι σήμερα, εεε, αναμνήσεις. Γι' αυτόν, πολλές φορές, όταν επισκέπτομαι ακόμη τον Αμίαντο, εεε, πηγαίνω και βλέπω το σημερινό Γεωπάρκο Τροόδους. Μ.Α.: Θυμάστε ποια ήταν η τάξη σας; Χ.Π.: Ναι. Εεε το σχολείο ήταν διαμορφωμένο, σε δύο τάξεις μαθητών. Εεε, [μικρή παύση] η μια τάξη ήταν η πρώτη, Χ.Π.: η δευτέρα και η τρίτη τάξη. Εεε, και η άλλη τάξη ήταν η τρίτη, η τετάρτη [τέταρτη], η πέμπτη και η έκτη. Και το πρωί, όταν πηγαίναμε στην προσευχή, υπήρχεν, υπήρχεν ένα γάμα. Η πρώτη, δευτέρα, τρίτη από τη μια πλευρά και ένα γάμα, η άλλη, από την εεε, τρίτη, τετάρτη [τέταρτη] πέμπτη. Με τοοο, με τις τάξεις μας εκεί, λόγω του ψύχους Χ.Π.: που επικρατούσε τότε και ήταν αρκετό. Με τα τζάκια. Εεε, μέχρι και σήμερα διατηρούνται. Και είναι ευχάριστο. [μικρή παύση] Εεε, εντάξει. — Μ.Α.: — Το διάλειμμά σας, όταν εφκαίνατε [βγαίνατε], πού επαίζετε [παίζατε]; Επαίζετε [παίζατε] τζιαμέ [εκεί] μπροστά, Χ.Π.: Ναι Μ.Α.: που εν [είναι] η άπλα η μεγάλη; Χ.Π.: Ναι, υπήρχε μια αυλή, υπήρχε μια αυλή μεγάλη τότε. Εκεί που κάναμε και τις αθλοπαιδιές. Και θυμόμαστε ότι εεε, Χ.Π.: εκείνες τις παραδοσιακές τότε πυραμίδες που κάμναμε [κάναμε] στη γυμναστική, και λοιπά. Εεε επίσης θυμούμαι αρκετά το ολοήμερο που επικρατούσε τότε. Παίρναμε το καλαθάκι μας ή τη τσαντούλα μας τοοο μεσημέρι, τρώγαμε το σάντουιτς μας και ακολουθούσαν, εεε, μαθήματα του ολοήμερου σχολείου. Δηλαδή, ήταν τότε Χ.Π.: η γυμναστική, εεε είχαν μουσική, υπήρχαν τότε, στην τέχνη, κάναμε πατατογραφίες. Κόβαμε την πατάτα, τη χαράσαμε, δημιουργούσαμε σχήματα, τα βάφαμε με νερομπογιές και τα βγάζαμε στο χαρτί, τα τυπώναμε στο χαρτί. Εεε ήταν επίσης, βούφα. Εεε όσο παράξενο κι αν φαίνεται, επαίρναμε, αγοράζαμε Χ.Π.: έναν ξύλο, έναν επί έναν περίπου, με τα διάφορααα [00:06:07 - 00:06:08 ακούγεται ήχος από χτύπημα δαχτύλου σε επιφάνεια τραπεζιού] σφοντύλια, δεξιά, αριστερά. Βάζαμε το νήμα μετά έτσι [00:06:13 στην κάμερα φαίνεται να κάνει την επαναλαμβανόμενη κίνηση με το δάχτυλο από δεξιά προς τα αριστερά δείχνοντας πως ήταν περασμένες οι κλωστές οριζόντια πάνω στο ξύλο], τις γραμμές και με την χτέναν μετά, εεε τζαι [και] το βελόνι, κάναμεν τοοο — Μ.Α.: —Τζαι [και] τούτα τα μαθήματα ήταν, — Χ.Π.: — τα πλεκτά, το πλεκτό. — Μ.Α.: — Τζαι [και] για τα αγόρια Τζαι [και] για τα κορίτσια. — Χ.Π.: — Ναι. — Μ.Α.: — Εν εξεχωρίζαν [Δεν ξεχώριζαν] — Χ.Π.: — Ναι, ναι, κάναμε και εμείς βούφα. Μ.Α.: — Χμ, ωραία. — Χ.Π.: — Εεε, τα κορίτσια έκαναν επίσης πλεχτό. Εεε στον Αμίαντο, αρκετοί, αρκετοί, αρκετές γυναίκες, στον κενό τους χρόνο, όπως και η μητέρα μου, ασχολούνταν με την, με το πλέξιμο, με τις σμίλες, με τους πόντους που λέμε. Ν.Χ.: — Με τις σμίλες, με το μαλλί, έτσι; — Χ.Π.: — Ναι. — Ν.Χ.: — Που εκάμναν [έκαναν] — Χ.Π.: — Ναι, ναι, μας έκαμναν [έκαναν], μας έκαναν πουλόβερ, εεε και λοιπά. Εεε επίσης, οι κοπέλες εκάμναν [έκαναν] σμιλί. Χ.Π.: Έναν παράδειγμα. Ήταν τοοο, ήταν το ολοήμερο σχολείο, τούτο [αυτό] ήταν τα απογεύματα. Ν.Χ.: Εν [δεν] θα έβρισκες άνδρα. Τα αγόρια όμως εκάμναν [έκαναν], εκάμναν [έκαναν] σμιλί ή, Χ.Π.: Εεε εντάξει, ήταν έναν, όσοι θέλαν, όσοι θέλαν, εδοκιμάζαν [δοκίμαζαν]. Ν.Χ.: Οκ. — Χ.Π.: — Ε, όπως, για παράδειγμα, με τις σμίλες να κάνεις τους πόντους που ελέγαμεν, στο πλέξιμο. Όμως, εντάξει, Χ.Π.: ήταν, ε, ήταν, εεε το ολοήμερο σχολείο το οποίο ήταν ευχάριστο και σχολάναμε [σχολνούσαμε] γύρω στες [στις] τέσσερις. Και αυτόν διαρκούσε το, τους καλοκαιρινούς μήνες, διότι τον χειμώνα, τέσσερις, νυχτώνει. Ενύχτωνε. Υπήρχε σκοτάδι. Είναι μια άλλη, εεε μια άλλη ενότητα αυτή. [μικρή παύση] Με το σκοτάδι. Χ.Π.: Γιατί, [μικρή παύση] οι περισσότεροι από εμάς είχαμε να διανύσουμε μια απόσταση από το σχολείο στο σπίτι μας ή από το σπίτι μας στο σχολείο που ήταν περισσότερο από έναν - ενάμιση χιλιόμετρο. Εκείνοι που ήταν στην ενορίαν της Χρυσόβρυσης, στην είσοδο του Αμιάντου, έπρεπε να κατέβουν τον ποταμό τζαι [και] να έρθουν. Εεε για να, να είναι πιο σύντομη Χ.Π.: η διαδρομή. Εμείς που, κατοικούσαμε, κατοικούσαμε στην ενορία του Αποστόλου Βαρνάβα, [00:08:37-00:08:39 ακούγονται ήχοι από το χτύπημα του ρολογιού του συνεντευξιαζόμενου πάνω στο γυαλί που καλύπτει την επιφάνεια του γραφείου] είχαμεν το πλεονέκτημα ή το μειονέκτημα. Όταν κατεβαίναμε, ήταν κατήφορο. Ερχόμασταν και μάλιστα, εεε πολλές φορές με τρέξιμο. Γι' αυτόν μας είχαν βάλει στην, η εταιρεία, μας είχαν βάλει στο τέρμα του δρόμου, πριν να μπεις μέσα στο δρόμο, μας είχαν βάλει μονόζυγα ώστε όταν τρέχαμε, Χ.Π.: να σταματούμε εκεί. Εεε ο λόγος ήταν απλός. Μέσα στους δρόμους εκυκλοφορούσαν τεράστια, εεε, αυτοκίνητα, εεε εκσκαφείς του μεταλλείου. Υπήρχαν, υπήρχαν φορτηγά για παράδειγμα, όπως τα Γιούνκλιν τα οποία, το ύψος των τροχών, των οποίων, υπερέβαινε κατά ενάμιση φορά, Χ.Π.: του ύψους του δικού μας. Και θυμούμαι πολύ καλά ότι υπήρχε και μια σκάλα δίπλα στα Γιούνκλιν αυτά, τα οποία οι οδηγοί για να βγουν πάνω, έπρεπε να βγουν τη σκάλα. Φανταστείτε λοιπόν εμείς, στο μέτρο τότε το, ούτε ένα μέτρο, λιλιπούτειοι μπροστά σε αυτά τααα α, αμ, μεταφορικά μέσα στον Αμίαντο, στα μηχανήματα. Χ.Π.: Αν ήταν στη σημερινή εποχή και αφήναν οι γονείς τα παιδιά να φύγουν και να περνούν μέσα από τους δρόμους που περνούν όλα αυτά τα μηχανήματα, εεε, ή θα τους έπαιρναν τα παιδιά λέω εγώ, ή θα τους κατάγγελλαν. Όμως, αυτό το πράγμα μέχρι και σήμερα εγώ λέω ότι μας χρησίμευσε, μας εχρησίμευσε για να έχουμε αυτοπειθαρχία. Εεε, υπακούαμε. Η δασκάλα έπρεπε να μας πει τους βασικούς κανόνες της διασταύρωσης των δρόμων. Χ.Π.: Και μετά υπακούαμε όλοι. Είναι χαρακτηριστικόν ότι, παρόλον που ζούσαμε μέσα σε αυτά τα τεράστια μηχανήματα και διασταυρώναμε τους δρόμους συνέχεια, δεν υπήρξε ποτέ, μα ποτέ, έστω και ένα δυστύχημα μαθητή ή παιδιού. Εεε για το σχολείο θυμάμαι επίσης την αυστηρότητα των δασκάλων. Είχα την τύχη Χ.Π.: να, έχω δύο ζευγάρια δασκάλων. Και, θυμάμαι έντονα την πρώτη μέρα που πήγα, που με πήρε ο πατέρας μου στο σχολείο και περίμενα στη σειρά, γιατί υπήρχε ένας άλλος πατέρας μπροστά που πήρε το παιδί του, και τον άκουσα να λέει, «Δάσκαλε, δώσ' του όσες θέλεις, αλλά όι [όχι] μόνον πάνω στην τζεφαλήν [στο κεφάλι]». Χ.Π.: Αυτή χαρακτηριστικά την, την κουβέντα άκουσα και αμέσως, κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Λέω, «Μα πού ήρτα [ήρθα];». Όντως, οι τιμωρίες εις το Δημοτικό Σχολείο του Αμιάντου ήταν πολύ σκληρές. Πάρα πολύ σκληρές. Όμως, επαναλαμβάνω, ότι, αυτές οι τιμωρίες, στο τέλος της μέρας, είχαν αποτέλεσμα, και εις τη μάθηση Χ.Π.: αλλά τουλάχιστον και στην πειθαρχία. Άλλο ένα στοιχείο, εμ, το οποίο είναι και, που μπορεί να προκαλέσει, μπορεί να προκαλεί και γέλωτα. Μια από τις τιμωρίες, για παράδειγμα, εμπορούσε ο δάσκαλος να σου βάλει το κεφάλι στο ενυδρείο με τα ψαράκια. Και να το βγάλει. Εεε επίσης υπήρχε μια, μια τιμωρία με μια ρίγα, Χ.Π.: χάρακα, η οποία ήταν, την οποία εφέρναμε από το, από τα γραφεία του Μεταλλείου του Αμιάντου που ήταν πάνω στο βουνό. Αυτή ήταν περίπου πενήντα πόντους εεε μήκος και γύρω στα τέσσερα, εεε, τέσσερις πόντους πλάτος. Ήταν τζελατίνη [ζελατίνη], όπως την ελέγαμε. Όταν μας εχτυπούσε ο δάσκαλος με την τζελατίνη [ζελατίνη], Χ.Π.: επονούσαμεν για τρεις, τέσσερις μέρες. Εεε και γι' αυτό όλοι μας που περάσαμε από το Δημοτικό του Αμιάντου, θυμόμαστε αυτή την τζελατίνη [ζελατίνη]. Και πολλές φορές οι ραβδισμοί ήταν, εεε έναν, ήταν το κύριο χαρακτηριστικόν της τιμωρίας. Όμως, κανένας, μα κανένας, εεε Χ.Π.: μαθητής δεν επήγε ποτέ να πει στον πατέρα του ή στη μάνα του, «Ξέρεις, σήμερα έδερε με [με έδειρε] ο δάσκαλος ή η δασκάλα». Εθεωρείτο, [μικρή παύση] βέβαιο, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι για να, για να πεις του πατέρα ή της μάνας ότι έδερε σε [σε έδειρε] ο δάσκαλος, ότι φταίεις [φταις] εσύ. Τέρμα. Εεε δεν υπήρξε ποτέ αμφισβήτηση από τους γονείς, εεε, εεε, στους δασκάλους. Μ.Α.: Εσάς, έτσι η πρώτη σας μέρα, έλουσε σας κρύος ιδρώτας, μετά πώς επήε [πήγε] τζείνη [εκείνη] η μέρα, ενιώσατε καλοδεχούμενοι; Στην κοινότητα γενικά, και εσείς ο ίδιος στο σχολείο; Χ.Π.: Ε, [μικρή παύση] η, η κοινότητα του Αμιάντου ήταν μια διαφορετική από τους, από τις υπόλοιπες. Παγκύπρια. Η κοινότητα του Αμιάντου Χ.Π.: αποτελείτο από άτομα τα οποία έμειναν και δούλευαν στον Αμίαντο. Μετά το '64 που ήμουν εγώ, λιγόστεψε το εργατικό προσωπικό. Υπήρχαν λεωφορεία τα οποία έπαιρναν τους εργαζόμενους με βάρδιες, κυρίως από το Πελενδρί, από την Κυπερούντα, εεε, ενώ οι άλλοι εργαζόμενοι έρχονταν από τα χωριά της Πιτσιλιάς. Χ.Π.: Και χαρακτηριστικόν ήταν ότι, ο Αμίαντος, επειδή ήταν προς το κέντρο της Κύπρου, μάζευε από όλη την Κύπρο εργαζόμενους. Εεε, επαρχία Κερύνειας, η Σολέα, σίγουρα, ολόκληρη η Πιτσιλιά, Λεμεσός, εεε από την Πάφο επίσης, Μαραθάσα. Αυτό γιατί, Χ.Π.: εεε είχε έναν πλεονέκτημα που δεν, δεν υπήρχε τότε. Υπήρχε η φτώχεια. Η Κυπριακή Δημοκρατία τέσσερα χρόνια πριν είχε ιδρυθεί και προσπαθούσε να βρει τα πόδια της. Εεε δεν υπήρχαν λεφτά. Ο μοναδικός τρόπος για τους κατοίκους της περιοχής ήταν να πάμε, να παν, να δουλέψουν στον Αμίαντο. Κάθε Σάββατο Χ.Π.: να πάρουν το φάκελο τους και να φύγουν, για να ζήσουν την οικογένειά τους. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να βγάλουν λεφτά. Εεε, οπόταν φτάσαμε στο σημείο αυτό που σε κάποιο βαθμό να είναι 10.000 κόσμος πάνω στο μεταλλείο, στην προσπάθειά του να βγάλει τα προς το ζην. Τώρα, [μικρή παύση] εις την, επίσης στον Αμίαντο δεν υπήρχε η ιδιοκτησία. Δεν υπήρχε, Χ.Π.: «το σπίτι μου και το σπίτι σου» ή «εμπήκες μέσα στο χωράφι μου», ή «έκλεψες μου το νερόν που θα, που θα ποτίσω» όπως γινόταν στα γύρω χωριά. Κάτι το οποίο το εζούσαμε όταν εφεύγαμε από τον Αμίαντο. Η ιδιοκτησία ήταν η ιδιοκτησία του μεταλλείου, της εταιρείας. Άρα, εζούσαμε μέσα σε ένα σπίτι το οποίο, δεν επληρώναμε Χ.Π.: ρεύμα, δεν επληρώναμε νερό. Γιατί και ρεύμα ήταν αυτάρκης το μεταλλείον, και νερό από την κεντρική χαβούζα [ντεπόζιτο ύδρευσης] που ήταν εις το ύψος του μεταλλείου. Άρα, ε ούτε, ούτε φόρο ιδιοκτησίας, ούτε ρεύμα, ούτε νερό, ούτε σκύβαλα. Σκύβαλα υπήρχαν, εκάμεν η εταιρεία, εεε κατασκεύασε διάφορα Χ.Π.: βαρέλια, πάνω σε δύο στύλους. Άνοιξε πάνω το βαρέλι τζαι [και] ανοίγαμε το βαρέλι, εσπρώχναμε το κάτω, ανοίγαμε το βαρέλι, ερρίχναμε τις τσάντες μέσα και ξαναεπανερχόταν στο όρθιο. Άρα, ούτε σκύβαλα υπήρχαν. Εεε, [μικρή παύση] τώρα, για να επιστρέψουμε στο, στο σχολείο. Η εταιρεία Χ.Π.: ήταν φιλική προς στο σχολείο. Και αυτό το βλέπαμε. Τα τρία πρώτα χρόνια μας, μας έκανε, μας έδιναν βραβεία. Εεε, κάθε τέλος του χρόνου, θυμούμαι και στην πρώτη και στην τρίτη τάξη είχα πάρει βραβείο. Ν.Χ.: Τι ήταν τα βραβεία; Θυμάστε; — Χ.Π.: — Εεε — Ν.Χ.: — Θυμάστε; Τι ήταν τα βραβεία; — Χ.Π.: — Εεε, βιβλία, ασφαλώς. Ε, και θυμούμαι στην πρώτη τάξη πήρα «Τα ωραιότερα μου παραμύθια» Χάουφ. Χ.Π.: Στην τρίτη, «Η ζωή του Χριστού», του Τζοβάνι Παπίνι. Τα θυμούμαι, εεε, πολύ καλά. Μ.Α.: Τζαι [Και] τα βραβεία ήταν επειδή ήσασταν ο πρώτος στην τάξη, ή — Χ.Π.: — Ναι, έδιναν για παράδειγμα δυο βραβεία στην κάθε τάξη, και λοιπά. Ν.Χ.: Για ήθος, για καλός μαθητής, καλή μαθήτρια; Χ.Π.: Εεε — Ν.Χ.: — Ήταν; Χ.Π.: Ε, επίσης, επίσης. Εμ, εκάναμεν τα Χριστούγεννα, τες [τις], τη γιορτή, την γιορτή των Χριστουγέννων, Χ.Π.: για παράδειγμα. Συμμετείχε η εταιρεία με, εεε χρηματοδοτούσε με κάποιον τρόπον τες [τις], στολές που έπρεπε να παίξουμε θέατρο. Υπήρχε η αίθουσα των οπτικών μέσων, όπως την ονομάζαμε, στο σχολείο, με όλες τις στολές, της Παναγίας, των βοσκών, των μάγων. Εεε και συμμετείχε η εταιρεία. Επίσης, η εταιρεία, τα Χριστούγεννα, ερχόταν στο σπίτι μας, Χ.Π.: ο Άης Βασίλης, για παράδειγμα, και μας έφερνε δώρα. Τα δώρα τι ήταν; Ήταν γαλόσχιες [γαλότσες], για παράδειγμα, οι γαλόσχιες [γαλότσες] ήταν [00:19:32 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: ολόκληρη η πρόταση είναι η εξής «Ήταν γαλόσχιες [γαλότσες], για παράδειγμα, οι γαλόσχιες [γαλότσες] ήταν τα παπούτσια, λίγο ψηλά, όπως λέμε σήμερα μποτάκια».]

Λήψη Κειμένου

2025-08-08_Papastylianou_Christoforos_interview.web.mp4

2025-08-08_Papastylianou_Christoforos_interview.web.mp4

MP4