Αλέκος Μιχαήλ
Το 1957, όταν το ορυχείο είχε πλήρως εκβιομηχανιστεί, εργάστηκε ανοίγοντας τις πόρτες της αποθήκης ώστε το υλικό να πέφτει στα βαγόνια με σκάρτα και λευκό.
Έρευνα
Νικολέττα Χριστοδούλου
Τόπος Γέννησης
Κυπερούντα
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/08/2025
Η βιντεογράφηση διαρκεί 4 δευτερόλεπτα. Δεν μιλά κανένα άτομο. Ακούγεται μόνο ήχος από το περιβάλλον. Δεν υπάρχουν δεδομένα για μεταγραφή.
2025-08-25_Michael_Alekos_Video 2.MOV
Νικολέττα Χριστοδούλου: Ωραία, θέλω να μου πείτε το, το όνομά σας και κάποια στοιχεία για εσάς. Πότε γεννηθήκατε, που εγεννηθήκατε;
Αλέκος Μιχαήλ: Είμαι ο Αλέκος Μιχαηλή από την Κυπερούντα. Εγεννήθηκα το 1940, 18 του 6ου, το 1940.
Α.Μ.: Στην Κυπερούντα.
Ν.Χ.: Όπου μένετε, τώρα μένετε πάλε [πάλι]
Α.Μ.: Μένουμε εδώ στην Κυπερούντα
Ν.Χ.: Εεε, ποια, ποια είναι η σχέση σας με τοοο, με το μεταλλείο του Αμιάντου τζαι [και] με τον Αμίαντο, έτσι; Ποιος ήταν ο ρόλος σας;
Α.Μ.: Ε, ο ρόλος του Αμιάντου επειδή ήταν κοντά στην Κυπερούντα, ε ενδιαφέρετουν [ενδιαφερόταν] ο κόσμος όλος να δουλέψει στην Αμίαντο.
Α.Μ.: Εγώ από αυτά, από αυτά που θυμούμαι, ο Αμίαντος εξεκίνησεν, το μεταλλείον ε, περίπου το 1918 από μιαν εταιρείαν Δανέζικην, η οποία ήρτεν [ήρθε] τζαι [και] εγκαταστάθηκεν εις την Κύπρον, επήρεν τες [τις] κανονικές άδειες και άρχισεν εκσκαφές για το μετάλλευμα.
Α.Μ.: Εις την αρχήν εεε, ήταν με τες [τις] τσάπες τζαι [και] τα κόσσχινα [κόσκινα] τα χειροποίητα, που εκοσσχινίζαν [κοσκίνιζαν] τον αμιάντον. Ετσαπίζαν τον τζαι εκουπανίζαν τον τζαι εβάλλαν τον μες τα κόσσχινα τζαι εκοσσχινίζαν τον με το κόσσχινο τζαι έβκαινεν που πάνω ο αμίαντος τζαι επιάναν τον με τα σσιέρκα τους τζαι εβάλλαν τον μες τες σακούλες τζαι επαίρναν τον με ταα [τον τσάπιζαν, και τον χτυπούσαν μέχρι να λειώσει και τον έβαζαν μέσα στα κόσκινα και τον κοσκίνιζαν με το κόσκινο και έβγαινε ο αμίαντος από πάνω και τον έπαιρναν με τα χέρια τους και τον έβαζαν στις σακούλες και τον έπαιρναν με τα]
Α.Μ.: γαϊδούρια στην Λεμεσόν που τον εκάμναν [έκαναν] εξαγωγή. Μετά εσκέφτησαν [σκέφτηκαν] να το επεκτείνουν την δουλειά, να τον μηχανοποιήσουν. Ε, κάτω στοο βάθος που εξεκίνησεν το μεταλλείον υπήρχεν μια εκκλησία του Αγίου Μάμα που ήταν εγκατεστημένη πολλά, πολλά παλιά
Α.Μ.: τζιαι [και] δίπλα εκάμασιν [έκαναν], εχτίσασιν [έχτισαν] την εεε, δκυό [δύο] μηχανές, μύλους τες [τις] οποίες ε, εγυρίζαν τες [τις γύριζαν] με τααα, είσχιεν [είχε] όπως το αλακάτιν [μαγγανοπήγαδο] τζιαι [και] εγύριζεν με το γαϊδούρι, δηλαδή εγύριζεν με το γαϊδούριν γυρόν-γυρόν τζιαι [και] εγύριζεν τον μύλον σιγά-σιγά τιζαι [και] έκαμνεν [έκανε].
Α.Μ.: Εεε, η εταιρεία έθελεν παραπάνω επέκτασην, ε αρκέψαν [άρχισαν] τζιαι [και] εχτίζασιν [έχτιζαν] εεε, νέους μύλους, νέαν, νέα εγκατάστασην, εβκάλαν [έβγαλαν] σχέδια άλλα τζαι [και] εκάμασιν [έκαναν], εκάμαν [έκαναν] το Fiber Mill [Μύλος Ινών], εκάμαν [έκαναν] τον εξακύλυντρον [εξακύλινδρο] εκάμαν [έκαναν] τους μύλους, εκάμασιν [έκαναν] εννιά μύλους οι οποίοι εχρ, ήταν να χρησιμοπ, να χρησιμοποιηθούν για το
Α.Μ.: το μετάλλευμα, να χωρίζουν το μετάλλευμα. Εκάμαν [έκαναν] τον εξακύλυντρον [εξακύλινδρο], ο εξακύλυντρος [εξακύλινδρος] ήταν ένα κτίριο μεγάλον, μακρύν που είσχιεν [είχε] μέσα έξι μηχανάδες [μηχανές] οι οποίες επαράγαν ρεύμα τζιαι [και] εγυρίζαν τους μύλους τζιαι [και] εγκαταστάσεις μέσα το μεταλλείον. Εδημιουργήσαν σπίθκια [σπίτια] για τους εεε, υπαλλήλους, για τους διευθυντές, για τοοο
Α.Μ.: τα σπίθκια [σπίτια] εδημιουργήσαν τα πάνω μέσα στο δάσος. Όι [όχι] κοντά στο μεταλλείον, στην απέναντι πλευράν μες στο δάσος, είσχιεν [είχε] ωραία σπίθκια [σπίτια] μεγάλα εμεινήσκαν [έμεναν] είσχιεν [είχε] νομικούς της εταιρείας, είσχιεν [είχε] συμβούλους, είσχιεν [είχε] διευθυντές, ήταν γιατροί, εμεινήσκαν [έμεναν] ούλλοι [όλοι] μέσα στο δάσος του Αμιάντου. Το μεταλλείον ήταν μόνον οι, οι μύλοι που ε, εγυρίζασιν [γύριζαν] τζιαι [και]
Α.Μ.: αρκέψαν τζιαι εβάλλαν κόσμον τζιαι ετσαπίζαν με τες τσάπες, είσχιεν μίννιες, βουνά ψηλά τζιαι ετσαπίζασιν εδίνουνταν με τα σχοινιά τζιαι ετσαπίζαν τζιαι εφκάλλαν αμίαντον τζιαι ετζύλαν που την μίννιαν τζιαι έρκετουν κάτω τζιαι την νύχταν με τα βαγόνια οι εργολάβοι επαίρναν το στο, αα, κόσσχινα τζιαι εκοσσχινίζετουν τζαι μετά στον μύλον που ετροφοδοτούσεν το [άρχισαν και έβαζαν κόσμο και τσάπιζε με τις τσάπες, είχε μίννιες, βουνά ψηλά και τσάπιζαν, δένονταν με τα σχοινιά και τσάπιζαν και έβγαζαν τον αμίαντο και κυλούσε από την μίννια και ερχόταν κάτω και τη νύχτα με τα βαγόνια οι εργολάβοι το έπαιρναν στο, αα, κόσκινα και κοσκινιζόταν και μετά στον μύλο που τροφοδοτούσε το]
Α.Μ.: να το χωρίσει ο μύλος.
Ν.Χ.: Ε, τι ήταν οι μίννιες; —
Α.Μ.: — Η μιν. —
Ν.Χ.: — Η μίννια; —
Α.Μ.: — Η μίννια, ε, είναι ένα βου, ήταν ένα βουνό τζιαι [και] ήταν έναν, τούτον [αυτό] το βουνόν να πάει ως έξω εχωρίζετουν [χωριζόταν] σε τρεις μίννιες. Δηλαδή τριάντα άτομα να τσαππίζουν [τσαπίζουν] ο ένας δίπλα που [από] τον άλλον, για τριάντα άτομα ήταν μια μίννια. Ε.
Ν.Χ.: Ήταν ένας τρόπος δηλαδή.
Α.Μ.: Ήταν, ήταν το βουνό έτσι δαμέσα [εδώ μέσα] μες τούτον [αυτό το] βουνό ποδαμέ ως τζιει [από εδώ μέχρι εκεί] έξω στης Βασούλας ήταν η μίννια. Έπρεπεν να έσχιει [έχει] τριάντα άτομα μέσα. Η μίννια του Βαλιαντή για παράδειγμα, η μίννια του Αλέκου. Έτσι ήταν που το, που τζαμαί τζιαι τζιει εξεκίναν άλλη μίννιαν, αλλά εκάμνασιν αθέρες, εκάμναν, που ετσαππίζασιν, αφήνναν την αθέραν που πηαίννεν πάνω, [Έτσι ήταν από το, από εκεί και πέρα ξεκινούσε άλλη μίννια, αλλά έκαναν αθέρες, έκαναν, όταν τσάπιζαν άφηναν την αθέρα που πήγαινε πάνω]
Α.Μ.: που πηαίννεν εις την άλλην μίννιαν, ούτως ώστε άμα τσαππίζουν ποδά πον τούτη η μίννιαν να μεν φεύκει πέτρα ποτζιεί τζιαι να πααίννει μες στην άλλην μίννιαν να κτυπά τους ανθρώπους [πήγαινε στην άλλη μίννια, ούτως ώστε όταν τσαπίζουν από εδώ, που είναι αυτή η μίννια να μην φεύγει πέτρα από εκεί και να πηγαίνει μέσα στην άλλη μίννια να χτυπά τους ανθρώπους]. Αφήνναν την αθέραν να’ν [να είναι] το βουνόν έτσι. Τζιαι η μίννια πηαίννεν τζιαι μήνισκεν τζείνον το βουνόν τζιαι πηαίνναν τζιαι καθαρίζαν το ορισμένες ημέρες [Και η μίννια πήγαινε και έμενε εκείνο το βουνό και πήγαιναν και το καθάριζαν ορισμένες ημέρες]. Ετσαππίζαν το, την αθέραν τζιαι εχαμήλωννεν [Το τσάπιζαν, την αθέρα και χαμήλωνε]. Άμαν εψήλωννεν η αθέρα τζαι ήταν τόσον ψηλή [Όταν ψήλωνε η αθέρα και ήταν τόσο ψηλή]
Α.Μ.: επηαίνναν τζιαι ετσάππιζαν τζιαι χαμήλωννεν η αθέρα [πήγαιναν και τσάπιζαν και χαμήλωνε η αθέρα] για να προστατεύει τους άλλους ανθρώπους που ήταν δίπλα. Εδίννουντο [δένονταν], εδίνναν [έδεναν] τους ανθρώπους με τα σχοινιά τζιαι [και] είσχιεν [είχε] άνθρωπον στην, πάνω στην μούττην [μύτη] του της μίνιας τζιαι [και] εφώναζέν του. Ξαπόλα μου [άφησέ μου] ένα μέτρον σχοινίν. Έφκαλλεν το [το έβγαζε] το σχοινίν που το παλούτζιν [ξύλινο αντιστήριγμα] έκαμνεν το [το έκανε] ένα μέτρον τζιαι [και] επροχώραν [προχωρούσε] πιο κάτω.
Α.Μ.: Τζιαι πάλε εδίννεν το [και πάλι το έδενε]. Ήταν η δουλειά του στα σχοινιά ο, ο άνθρωπος που ήταν, ήταν εργάτης τζιαι εργάζετουν που πάνω [και εργαζόταν από πάνω]. Τζιαι [και] την νύχταν εσύναεν [μάζευε] τα σχοινιά να τα κάμει κουβάριν να τα βάλει στην αποθήκην. Έτσι εργάζετουν [εργαζόταν] ο Αμίαντος μέχρι το 1957.
Ν.Χ.: Οπότε επήετε [επήγατε] εσείς το ‘57;
Α.Μ.: Το ’57 επήα [πήγα] εγώ.
Α.Μ.: ε το μεταλλείον εργάζετουν [εργαζόταν] βέβαια το 1957 ήρτεν [ήρθε] ο νέος διευθυντής ο Μάρκερ τζιαι [και] ήθελεν να μηχανοποιήσει την δουλειά. Έφκαλεν [έβγαλε] σχέδια ο διευθυντής να την, να την κάμει [κάνει] μηχανοποίηση. Να φέρει μηχανήματα δυνατά τζιαι [και] να φύουν [φύγουν] οι εργάτες που ήταν
Α.Μ.: πάνω στους γκρεμούς. Να βάλει ντινάι [00:08:03 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: τα D9 είναι μεγάλα οχήματα που έσκαβαν το βουνό], να βάλει ποκάτω [από κάτω] μηχανές να σατσιάζουν [σακουλιάζουν] να, να είναι μηχανοποιημένη η δουλειά. Τζιαι [και] έκαμεν [έκανε] σχέδια, έκαμεν [έκανε] νέον μύλον ψηλόν, ε, ήταν οκτώ πατώματα ο νέος μύλος τζιαι [και] μεγάλος. Πολλά [πολύ] μεγάλος. Ποδαμέ [από εδώ] ως την Παναγίαν τζιαι [και] ακόμα πιο μα, πιο μακριά. Τζιαι εδούλεφκεν το [και το δούλευε],
Α.Μ.: εκαθάριζεν το πράμαν [ καθάριζε το πράγμα]. Ε, ξεκίνησεν το ’57 τζιαι [και] πήεν [πήγε] ως το ’60 να, να μηχανοποιηθεί ο Αμίαντος. Ώσπου να χτιστούν ο νέος μύλος να κάμει [κάνει] μετατροπές τα κόσσχινα [κόσκινα], τους σπαστήρες, να κάμει [κάνει] τους σπαστήρες που έθελεν ήταν να σπάζουν τες [τις] πέτρες, επήεν [πήγε]τρία χρόνια.
Ν.Χ.: Μέχρι το ’60. Εσείς εν [δεν] επρολάβετε δηλαδή.
Ν.Χ.: τούτον [αυτό] που μου περιγράψατε πριν —
Α.Μ.: — Το 57, εγιώ όταν επήα εργάστηκα σε, πάνω σε κάσσχιες, είσχιεν μιαν περιοχήν που το λαλούσαν Ππίσιξ [00:09:09 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: το P6 είναι το Primary Mill 6], ήταν κάτω χαμηλά, τζιαι εργάστηκα πάνω στες κάσσχιες [Το 57’, εγώ όταν πήγα εργάστηκα σε, πάνω σε καρότσες, είχε μια περιοχή που το έλεγαν Π6, ήταν κάτω χαμηλά και εργάστηκα πάνω στις καρότσες]. Αννοίαμεν τες πόρτες των αυτοκινήτων, ε, της κάσσχιας τζιαι εγέμωνεν το αυτοκίνητον σκάρτον [00:09:22 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: σκάρτο είναι το υλικό που μένει μετά την επεξεργασία και αφαίρεση του αμιάντου] είτε με λεύκον, τζιαι επήενεν τζιαι εφκαίραν τζιαι έρκετουν τζαι έμπαινεν πουκάς την κάσσχιαν [ανοίγαμε τις πόρτες των αυτοκινήτων, ε, της καρότσας και γέμιζε το αυτοκίνητο σκάρτο, είτε με λεύκον, και πήγαινε και άδειαζε και ερχόταν και έμπαινε από κάτω από την καρότσα]. Εμείς εδουλεύκαμεν [δουλεύαμε] που [από] πάνω, ήταν οι κάσσχιες [καρότσες] γραμμήν
Α.Μ.: τζιαι [και] είσχιεν [είχε] μπαλκόνιν τζιαι [και] επερπατούσαμεν πάνω τζιαι [και] αννοίαμεν [ανοίγαμε] τες [τις] πόρτες του κάθε αυτοκινήτου, του κάθε εε, για να, για να γεμώσουν [γεμίσουν].
Ν.Χ.: Για να γεμίσουν με σκάρτα τζιαι [και] τι;
Α.Μ.: Τζιαι [και] λεύκον, ήταν σκάρτα τζιαι [και] λεύκον.
Ν.Χ.: Ο λεύκος ήταν κομμάτ, ήταν;
Α.Μ.: Το λεύκον ήταν τζείνον [εκείνο] που ήταν ο αμίαντος μέσα. Το σκάρτον ήταν οι πέτρες που εκοσσχινίζαν [κοσκίνιζαν] που [από] τα κόσσχινα [κόσκινα] τζιαι [και] εχωρίζαν [χώριζαν] οι πέτρες που [από] το λεύκον, τοοο, το μαλαχτόν [μαλακό] το χώμαν, διότι τες [τις] πέτρες εν τες [δεν τις], ε,
Α.Μ.: εν [δεν] εμπορούσεν να πάει μες τον μύλον η πέτρα. Έπρεπεν νααα σπάσει. Έτσι εδουλεύκεν [δούλευε]. Τα σκάρτα επηαίννασιν [πήγαιναν] ξεχωριστά.
Ν.Χ.: Οπότε εσείς ήσαστε σε τζείνον [εκείνο] το πόστον τζιαι [και] ξεχωρίζαν οι πέτρες τέλος πάντων που επηαίνναν [πήγαιναν] κάπου, κάποιους τις επαραλαμβάννεν [παραλάμβανε]. —
Α.Μ.: — Το πάνω ήταν κόσσχινα [κόσκινα]. Ποτζιαμαί [από εκεί] που στεκούμαστιν [στεκόμασταν] εμείς ήταν οι κάσσχιες [καρότσες] με τα σκάρτα. Που πάνω είχεν κόσσχινα [κόσκινα]. που εκοσσχίνιζαν [κοσκίνιζαν]. Έρκουνταν [έρχονταν] τα αυτοκίνητα τζιαι [και] εφκερώναν [άδειαζαν] που [από] πάνω, μετά είσχιεν [είχε] χτενιάν [χτένα] τζιαι [και]
Α.Μ.: ε, ε, εχω, έκοφκεν [έκοβε] τες [τις] πέτρες τες [τις] μιάλες [μεγάλες], είσχιεν [είχε] ανθρώπους τζιαι [και] εσπάζαν τες [τις] πας τες [τι] χτενιές [χτένες]. Τζιαι [και] επέφταν [έπεφταν] μες στην, ε, μες στην κάσσχιαν [καρότσα] τζιείνην [εκείνη]. Τζιαι [και] είσχιεν [είχε] ποκάτω [από κάτω] γυναίκες τζιαι [και] εκάθουνταν [κάθονταν] τζειαμέ [εκεί] τζιαι [και] εψήλαν την [ψήλωναν την] πόρταν, ήταν με τέθκιον [τέτοιον] τρόπον, η η πόρτα, άννοιεν [άνοιγε] με το σχιέριν [χέρι]. Ετσείλαν την [την πίεζε] κάτω η γυναίκα τζιαι [και] άννοιεν [άνοιγε] τζιαι [και] έκλειεν [έκλεινε]. Άννοιεν [άνοιγε], ετσείλαν την [την πίεζε] σιγά σιγά για να μεν [μην] πααίνει [πηγαίνει] πολλά [πολύ] αντί να, ήταν να πάει,
Α.Μ.: για να πάει πολλύν εσσχιωνώνετουν [χυνόταν], εφκαίναν [έβγαιναν] οι πέτρες πόξω [απ’ έξω] που το κόσσχινον [κόσκινο] τζιαι [και] εν [δεν] εκοσσχινίζετουν [κοσκινιζόταν] καλά, έπρεπεν να λίο λίο [λίγο λίγο] να αννοίει [ανοίγει]. Ήταν η δουλειά της γυναίκας χαμαί [χάμω] έκαμνεν [έκανε] το σχιέριν [χέρι] της έτσι πάνω τζιαι [και] κάτω συνέχεια τζιαι [και] εκάθετουν [καθόταν] πας το [πάνω στο] κουτουκούιν [κούτσουρο] χαμαί [χάμω] τζιαι [και] εδούλεφκεν [δούλευε].
Ν.Χ.: Εν [δεν] είχεν κανέναν άντρα που να κάμνει τούτην την δουλειάν; Ήταν μόνο γυναίκες;
Α.Μ.: Ε, εβάλαν [έβαζαν] γεναίτζες [γυναίκες] τζιαμέ [εκεί] για να μεν [μην]. Οι άντρες να πηαίννουν [πηγαίνουν] μες τες [μέσα στις] μίνιες να κάμνουν [κάνουν] άλλες, πιο σκλερές [σκληρές]
Α.Μ.: δουλειές. Σε ούλλα [όλα] τα κόσσχινα [κόσκινα] ήταν οι γεναίτζες [γυναίκες]. Εδουλεύκαν [δούλευαν] τα κόσσχινα [κόσκινα] οι γεναίτζες [γυναίκες]. Ήταν, εκάθεσουν [καθόσουν] τζιαμέ [εκεί] τζιαι [και] ετσίλλας [πίεζες] την, την πόρταν για να —
Ν.Χ.: — Άρα εν [δεν] ήταν τίποτε δύσκολον ήταν —
Α.Μ.: — Όι [όχι] εν [δεν] ήταν δύσκολον. Εν [δεν] ήταν. Τζιαι [και] ούλλες [όλες] οι δουλειές εν [δεν] τζιαι [και] ήταν δύσκολες. Ήταν με τέθκιον [τέτοιον] τρόπον που εγένουντον [γίνονταν] που έν’ ε, εν’ εκουράζεσουν [δεν ε, δεν κουραζόσουν] να δουλεύκεις [δουλεύεις] Μόνον τζιείνοι [εκείνοι] που επίαναν [έπαιρναν] εργολαβία εκουράζουντουν [κουράζονταν].
Α.Μ.: Διότι, τζιαι [και] να τσαππίσεις, ετσαππίζες τζιαι [και] επνάαζες [ξεκουραζόσουν] τζιέλας [κιόλας]. Σαν ετσάππιζες μες την μίνιαν εδικαιούσουν να πνάσεις [ξεκουραστείς] να σταθείς τζιαι [και] ένα λεπτόν να άψεις [ανάψεις] τζιαι [και] το τσιάρον [τσιγάρο] σου.
Ν.Χ.: Άρα ακόμα ούτε τζείνον [εκείνο] ήταν κουραστικό. —
Α.Μ.: — Εν [δεν] ήταν κουραστικό. —
Ν.Χ.: — Που ήταν δεμένοι με τα, με τα σχοινιά;
Α.Μ.: Ήσουν δεμένος εν [δεν] είσχιες [είχες], είσχιες [είχες], ασφάλειαν να, να κτυπήσεις να γλιάσεις [γλιστρήσεις]. Αν εγλίαζες [γλιστρούσες] τζιέλας [κιόλας]
Α.Μ.: επειδή ήσουν δημένος [δεμένος], έπιαννές [πιανόσουν] πας το σχοινίν, εξαναστρέφεσουν [επέστρεφες]. Τζιαι [και] εκάμνες [έκανες] τόπον πρώτα τζιαι [και] έστεκες [στεκόσουν]. Για να τσαππίσεις έπρεπεν να κάμεις [κάνεις] τόπον να σταθείς. Εν [δεν] εμπορούσες να στέκεις έτσι πας τοο. Έπρεπεν να τσαππίσεις να κάμεις [κάνεις] ένα σκαλίν τζιαμέ [εκεί] να πατάς πάνω τζιαι [και] να τσαππίζεις γύρω σου.
Ν.Χ.: Τζιαι [και] εν [δεν] είχεν γυναίκες που εκάμναν [έκαναν] τούτην [αυτή] την δουλειάν;
Α.Μ.: Όχι μες τες, μες τες μίνιες εν [δεν] υπήρχαν γεναίτζες [γυναίκες]. Που να φκαίνουν [βγαίνουν] πας τους γκρεμούς. Οι γεναίτζες [γυναίκες] ήταν η δουλειά τους στα κόσσχινα να παν να φέρουν νερόν, είσχιεν [είχε] γεναίτζες [γυναίκες] με τα σταμνιά
Α.Μ.: τζιαι [και] εκουβαλούσαν νερόν που είσχιεν βρύσες που ήταν καλόν το νερόν τζιαι εκαθάριζαν τες εσάζαν τες τζιαι επήεννεν η γυναίκα εγέμωννεν την κούζα νερόν τζιαι έφερνεν την μες την μίνιαν να έρτουν οι αρκάτες να πιούσιν. Με το μαστραππίν. Είσχιεν, είσχιεν μαστραππιά με το, με το σχιέριν. Επήεννες τζιαμαί, έπιαννες το μαστραππίν έπινες νερόν τζιαι έπκιανεν το σχοινίν σου τζιαι εκατέβαιννες μες την η μίνια τζιαι ετσάππιζες.
Α.Μ.: Εν είσχιεν, να παεις αλλού είτε νααα, ήταν οι ευκολίες. Είτε το μεσημέριν είσχιεν να φάεις, είσχιεν παράγκαν. Που πάνω που ήταν η μίνια τζιαι ήταν ίσωμαν που πάνω είχεν παράγκαν που επηαίννασιν τζιαι είσχιεν τραπέζιν μέσα εκάθουντουν έφκαλλεν ο καθένας την τσένταν του έτρωεν τζιαι επηαίννεν στην δουλειάν του. Ήταν το μεσημέριν τζιαι άμα είσχιεν φάλιες τζιαι ήταν να παίξουν φάλιες εβκαίνναν ούλλοι έξω.
Α.Μ.: Οι, οι εργάτες που τες μίνιες. Διότι μες τες μίνιες που ετσαππίζασιν άμα εβρίσκασιν, ήτουν το κομμάτιν ήταν πέτρα, έρκουνταν οι φαλιαδόροι τζιαι εφκάλλαν τρύπες με την μάτσαν, με το τζιαι με το λιβέριν τζιαι εφκάλλαν τρύπες, τόσες τρύπες τζιαι εβάλλαν δυναμίτες μέσα τζιαι είσχιεν άνθρωπον φαλιαδόρον ο οποίος επήεννεν εφκάλλαν τους έξω το μεσημέριν τζιαι έκρουζεν τες φάλιες τζιαι επαίζασιν.
Α.Μ.: τζιαι επαίζασιν.
Ν.Χ.: Οι φάλιες τι ήταν;
Α.Μ.: Οι φάλιες ήταν εκρήξεις. Εκρήξεις όπως τοοο, γίνεται μια έκρηξη. Ε, βάλει έναν, έναν- δκυό δυναμίτες τζιαι έναν καψούλιν στην άκριαν του έσχιει φυτίλια έτσι τόσα. Τζιαι βάλλεις εις την άκριαν έναν καψούλιν, με τον δυναμίτην πάνω τζιαι βάλλεις αλλό δκυό δυναμίτες που πάνω τζιαι κρούζει το. Βάλλει τόσο. Έσχιει οδηγόν πάνω που κρούζει τες φάλιες.
Α.Μ.: Αν τοοο, το καψούλι, τοοο φυτίλιν της φάλιας εν τόσον μακρύ τζιαι εννά, πκιάνει τζιαι τζείνος έναν οδηγόν τζιαι κόφκει τον που την μέσην. Πκιάνει το μισόν. Ούτως ώστε, ώστι να κρούσει τες φάλιες τζιαι εννά παίξουν, ώσπου να καεί το μισόν, το μισόν φυτίλιν της φάλιας,
Α.Μ.: να μπορέσει να φκεί έξω που, που εννά αρκέψουν οι φάλιες να παίζουν, να μεν ηχτυπήσει. Έ κάποτε, ετύχεν το 50’ που εσκοτώθηκεν ένας φαλιαδόρος, ήταν που τες Δύμες, ο, ο Τζιάζας. Ε, εβάλαν τες φάλιες, έκρουσέν τες. Που κάτω πρώτα τζιαι που πάνω. Τζιαι είσχιεν μονοπάτιν εκάμναν του μονοπάτιν τζιαι επηαίννεν. Ε ώστι να φκεί στο τέλος
Α.Μ.: της μίνιας, έκρουσεν τες φάλιες. Που έπαιξαν οι φάλιες οι πουκάτω, εε, ήταν πέτρα τζιαι που μέσα είχεν σαπούνναν, ήταν γλιαστερόν το βουνό. Άμαν έφυεν το πόδιν που κάτω, έγλιασεν το βουνόν. Που τζιει πάνω στο, που εστέκετουν ο φαλιαδόρος τζιαι έκρουζεν τζιαι πηαίννεν πάνω, έγλιασεν που τζιει πάνω τζιαι πήεν κάτω. Τζιαι άμαν τζιαι έγλιασεν, επήεν ο
Α.Μ.: τζείνος ως που έκρουζεν τες φάλιες επήεν με το βουνόν μέσα. Τζιαι εσκοτώθηκεν.
Ν.Χ.: Τζιαι τότε ήσουν, ε, εσύ ήσουν εκεί τότε;
Α.Μ.: Όι εν, ήταν το 1950, ήμουν, εν είσχιεν πάω στον Αμίαντον, ήμουν κοπέλλιν. Ήμουν 10 χρονών περίπου.
Ν.Χ.: Οπότε εσύ όταν επήες το 57’ στον Αμίαντον ήσουν;
Α.Μ.: Ήμουν 17 χρονών. —
Ν.Χ.: — 17 χρονών.
Α.Μ.: Ναι
Ν.Χ.: Γιατί επέλεξες να, γιατί επέλεξες να πάεις εις τον Αμίαντον;
Α.Μ.: Εν υπήρχαν άλλες
Α.Μ.: δουλειές. Τζιαι ούτε εύρισκες να δουλέψεις. Τζιαι τζει πάνω για να πάεις, εεε, όταν εχαρτώθηκα την Πολυξένην, είσχιεν κάποιον συγγενήν που ήταν επιστάτης τζει πάνω τζιαι εκανόνισεν τζιαι έφκαλεν μου, εεε, έφκαλλες πρόσκλησην για να πάεις στον Αμίαντον, για να σου φκάλει χαρτίν ότι θέλουν σε να πάεις μες τον Αμίαντον. Τζιαι έφκαλεν μου χαρτίν τζιαι επήα τζιαι εδούλεψα,
Α.Μ.: εδούλεψα αλόπως τρεις μήνες, τέσσερεις τον πρώτον χρόνον, το 57’, το 56’ τζιαι το 57’ εδούλεψα ως τον Σεπτέβρην. Τζιαι εμ, άρκεψεν οοο, ο Μάρκερ τζιαι απόλυεν, απόλυεν κόσμον. Ο διευθυντής της εταιρείας που ήταν να κάμει μηχανοποίησην
Ν.Χ.: Άρα το 56’, το 57’ επήες τρεις μήνες, το 56’ τρεις μήνες τζαι το 57’ μέχρι τον Σεπτέμβρην. —
Α.Μ.: — Ναι —
Ν.Χ.: — Αρχές του Σεπτέμβρη —
Α.Μ.: — Ναι. Επήα που τον Μάιον ως τον Σεπτέμβρην
Ν.Χ.: Τζαι απέλυεν είπες ο Μαρ, ο Μάρκερ.
Α.Μ.: Ο Μάρκερ άρκεψεν να απολύει κόσμον που τον Αμίαντον. Εν έθελεν, εεε έθελεν να αρκέψει να τοοο, έφερεν μηχανήματα τζιαι εδουλεύκαν μες τες μίνιες, εκουντούσαν τα χώματα, αντις να τσαπίζουν,
Α.Μ.: Εεε, ενιάζαν τα Ντινάι που πάνω τζιαι εκουντούσαν τα τζιαι επέφταν που την άκραν της μίνιας κάτω τζιαι ετατσιάζαν τα οι μηχανάες που κάτω τζιαι εγέρναν τα μες τα κόσσχινα. Τζιαι ύστερα έκαμεν τους σπαστήρες, εξεκίνησαν οι σπαστήρες, που τα κόσσχινα είσχιεν κάτι σπαστήρες μιτσιούς, τα οποία ελέγουντον ζαμπόνια. Άμαν είσχιεν πέτρες
Α.Μ.: σκλερές τζιαι εν εσπάζασιν εγέρναν τες μες το ζαμπόνιν, το ζαμπόνιν είσχιεν μάτσες τζιαι έσπαζεν τες τζιαι εξαναφέρναν το πίσω τζιαι εκοσσχινίζαν το τζιαι επήενεν τζιαι εδούλευκεν το μεταλλείον.
2025-08-25_Michael_Alekos_interview.web.mp4