Πολυξένη Μιχαήλ
Σύζυγος του Αλέκου Μιχαήλ, ο οποίος εργάστηκε στο ορυχείο.
Έρευνα
Νικολέττα Χριστοδούλου
Τόπος Γέννησης
Κυπερούντα
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/08/2025
Νικολέττα Χριστοδούλου: Ναι κυρία Πολυξένη μου —
Πολυξένη Μιχαήλ: — Εγεννήθηκα το ’37 —
Ν.Χ.: — Πέτε [πείτε] μου, πείτε μου, το όνομα, —
Π.Μ.: — Πολυξένη, —
Ν.Χ.: — το όνομα και το επίθετό σας. —
Π.Μ.: — Πολυξένη Μιχαήλ.
Ν.Χ.: Πότε γεννηθήκατε;
Π.Μ.: Το ‘37, στες [στις] 16 του Μάρτη.
Ν.Χ.: Τζαι [και] πού ε, ε, εγεννηθήκατε στην, εδώ στην Κυπερούντα;
Π.Μ.: Ναι, στοοο, εγέννησεν με [με γέννησε] η μάνα μου τζαι [και] πέθανε. Τζαι [και] άφηκεν με [με άφησε] βρέφος.
Ν.Χ.: Μάλιστα. Τζαι [και] επ, επ, επ, εζήσατε εδώ στην Κυπερούντα,
Ν.Χ.: μέχρι. Ε, ποια είναι η σχέση σας με τον Αμίαντο, με τον Αμίαντο τζαι [και] το μεταλλείο; Είχατε κάποια σχέση;
Π.Μ.: Η σχέση μας, εεε, επάαινεν [πήγαινε] οοο άντρας μου, στον Αμίαντον, είχα την έννοιαν [έγνοια] του συνέχεια. Εσκόλαζεν [σχολνούσε], έρκετουν [ερχόταν], επααίνναμεν [πηγαίναμε] εις στα χωράφκια [χωράφια]. Άρρωστουσαν [αρρώσταιναν] τα μωρά μας είπα σου το τζαι [και] μπρος [προηγουμένως], έπρεπεν να το πιάσω που δαμέ [από εδώ] να το πάω στην πλαταία [πλατεία],
Π.Μ.: να πάω η ώρα, τέσσερις-δώδεκα που ελαλούσαν [έλεγαν] η βάρδια, τζαι [και] να το δει ο γιατρός τζαι [και] να στραφούμεν [επιστρέψουμε] πίσω πάλε [πάλι] με την γραμμή [00:01:09 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: εννοεί το λεωφορείο της γραμμής δηλαδή τη δημόσια συγκοινωνία] .
Ν.Χ.: Στο νοσοκομείο του Αμιάντου —
Π.Μ.: — Στο —
Ν.Χ.: — που επηγαίνατε; —
Π.Μ.: — Στο νοσοκομείο του Αμιάντου.
Ν.Χ.: Ήταν καλό το νοσοκομείο του Αμιάντου; —
Π.Μ.: — Ήταν. —
Ν.Χ.: — Είχατε εμπιστοσύνη; —
Π.Μ.: Είσχιεν [είχε] τζαι [και] έναν γραμματικόν πολλά, πολλά [πολύ, πολύ] καλός άνθρωπος, Γιαννάκην που τον ελαλούσασιν [τον έλεγαν]. Τζαι [και] οι γιατροί, ήτουν [ήταν] πολλά [πολύ]
Π.Μ.: καλοί. Ο Αλέκκος αρρώσταν [αρρώσταινε], οι αμυγδαλές του. Εν [δεν] τζαι [και] επέρναν [περνούσε] μήνας που να μεν [μην] μείνει τρεις-τέσσερις ημέρες εις τον Αμίαντο, μέσα στο νοσοκομείο.
Ν.Χ.: Μάλιστα. —
Π.Μ.: —Εεε.
Ν.Χ.: Τι, τζαι [και] τι θυμάστε; Εεεμ, τι άλλο θυμάστε που [από] τον Αμίαντο; Εεε, υπήρχε κοινωνική ζωή; Επηγαί, επηγαίνατε εκεί για α, αγορές —
Π.Μ.: Είσχιεν [είχε]—
Ν.Χ.: — ή ξέρετε, άλλον κόσμο; —
Π.Μ.: — αγορές.
Π.Μ.: Ε, που ήμουν μικρή, εμείνισκαμεν [μέναμε] με τοο, την μητρυιά μου τζαι [και] τον πατέρα μου στα χωράφκια [χωράφια], είχαμεν έναν στειάριν [00:02:10 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: πιθανόν να εννοεί πρόχειρη καλύβα], τζαι [και] εμείνισκαμεν [μέναμε]. Τζαι [και] κάθε Σάββατον, επιάνναμεν [παίρναμε] το γαούριν [γαϊδούρι] τζαι [και] πααίναμεν [πηγαίναμε] στον Αμίαντον με τον πατέρα μου να ψουμνίσομεν [ψωνίσουμε]. Αφού ήταν περίτου που την Λευκωσίαν τωρά, ο Αμίαντος τότες [Αφού τότε ο Αμίαντος ήταν περισσότερο από ότι είναι η Λευκωσία σήμερα]. Ε, πράματα [πράγματα], ψουμιά [ψωμιά], ποούλλα [από όλα], να φέρομε [φέρουμε],
Π.Μ.: να φάμε.
Ν.Χ.: Άρα ήταν καλά, νιώθετε, νιώθετε καλά που υπήρχεν ο Αμίαντος τζαι [και] υπήρχε κάποια περιοχή.
Π.Μ.:: Ε, ήταν η ζήση του κόσμου ο Αμίαντος. Τζαι ούλλα [και όλα] τα περίχωρα. Ήταν η ζήση του κόσμου. Ασχέτως αν είσχιεν [είχε], ήταν βλαβερός, πού ήταν να πάει ο κόσμος;
Ν.Χ.: Άρα τα συναισθήματα
Ν.Χ.: εν [είναι] παραπάνω θετικά παρά το, το, το αρνητικόν που επροκαλούσεν στην υγείαν ο αμίαντος; Εν [δεν] ήταν, επ επ, επισκιάζετουν που [επισκιαζόταν από] τα θετικά που έφερεν στην περιοχήν; Έτσι; Δηλαδή ήταν πιο πολλά τα θετικά;
Π.Μ.: Ναι, ήτουν [ήταν] πιο, πιο καλά δαμέ [εδώ] ο Αμίαντος.
Ν.Χ.: Τζαι [και] οι ευκαιρίες που —
Π.Μ.: — Ναι, —
Ν.Χ.: — έφερεν. —
Π.Μ.: — ευκαιρίες. Αλλά εμάς εν [δεν] τζαι [και] έμεινεν μεταλλείον, είπες σου το τζιέλα [κιόλας]. Εν [δεν] τζαι [και] έμεινεν μεταλλείον πον [που δεν] εδούλεψεν.
Ν.Χ.: Είχατε έννοια [έγνοια];
Π.Μ.: Είχαμεν έννοια [έγνοια];
Ν.Χ.: Ποια ήταν η έννοια [έγνοια] σας κυρίως που εδούλευκεν [δούλευε] —
Π.Μ.: — Πάρα πολλά! —
Ν.Χ.: — στα μεταλλεία
Π.Μ.: Τζαι [και] που’ μουν χαρτω, πούμασταν [που ήμασταν] χαρτωμένοι [αρραβωνιασμένοι] που εδούλευκεν στην Καλαβάσον στα υπόγεια. Τζαι [και] εκινδύνεψεν [κινδύνεψε] να ππέσει [πέσει] το, το βουνόν πάνω του να τους ητσιλλύσει [πλακώσει]. [ελαφρύ γέλιο] Εν είχα έννοιαν, καλό [πώς δεν είχα έγνοια] ;
Ν.Χ.: Όταν επαντρευτήκατε ήταν ήδη στο μεταλλείον, εργαζόταν εκεί;
Π.Μ.: Ναι, που παντρεύτημαν [παντρευτήκαμε] επήεν [πήγε] εις
Π.Μ.: στην Καλαβασόν. Ύστερα που [από] χρόνια επήεν [πήγε] στον Αμίαντο. Επήεν [πήγε] Μιτσερόν, επήεν [πήγε] στου Μενή.
Ν.Χ.: Εσείς εν [δεν] εσκεφτήκατε να δουλέψετε στο μεταλλείον, εδώ στον Αμίαντο; —
Π.Μ.: — Όι [όχι], —
Ν.Χ.: — Δαμέ [εδώ] κοντά σας; —
Π.Μ.: — εν [δεν] εδούλευκα [δούλευα] εγιώ [εγώ]. Δούλευκα [δούλευα] στα δημόσια έργα εγιώ [εγώ]. Στους δρόμους. Αλλά εσταμάτησα γλήορα [γρήγορα].
Ν.Χ.: Ήταν που,
Ν.Χ.: ήταν πιο καλά; Εθεωρήτουν [θεωρείτο]; Για άλλες δουλειές; Μάλλον, είσχιεν [είχε] άλλες δουλειές που εθεωρούνταν εξίσου καλές όπως το, το μεταλλείο, ή, ή το μεταλλείον ήταν η πιο καλή δουλειά, πιο καλός μισθός;
Π.Μ.: Ε, να το πούμε καλό, αφού εν [δεν] τζαι [και] ήταν καλό. Αλλά είπαμε, λόγω φτώσχιας [φτώχιας] ο κόσμος. Περίσταση, εδούλευκασιν [δούλευαν], εκάμναν [έκαναν] τζαι [και] τα χωράφκια [χωράφια] τους δαμέ [εδώ] κοντά.
Π.Μ.: Ήταν μια, μια ζωή του κόσμου δαπάνω [εδώ πάνω] καλή.
Ν.Χ.: Εσκεφτήκατε ποτέ έτσι, πώς θα ήταν η ζωή σας αν δεν, αν δεν ήσασταν στην Κυπερούντα που ήταν κοντά στο, στο μεταλλείον, που είσχιεν [είχε] κάποιαν ανάπτυξη; Πώς θα ήταν η ζωή σας; Επροβληματιστήκατε ποτέ;
Π.Μ.: Προβλήματα. —
Ν.Χ.: — Ήταν να πιο προβλημ,
Π.Μ.: — Ναι, έθελεν να πάει [θα πήγαινε] αλλού αν μεν [μην] ήταν ο Αμίαντος. Κάπου ήταν να πάει.
Π.Μ.: Αφού με έξι κοπελλούθκια [παιδιά] τζαι [και] ξεκινήσαμεν με το μηδέν που λαλεί [λέει] η παροιμία, με το μηδέν. Για ν’ άρτωμεν ως δαχαμέ [για να έρθουμε ως εδώ], η ζωή μας. Αφού εγιώ [εγώ] ομπρός [προηγουμένως] που το λάλεν [έλεγε] έκλαια [έκλαιγα].
Ν.Χ.: Εσυγκινηθήκατε εσείς, ναι, ενώ, γιατί φαντάζουμαι ότι ο λόγος που συγκινείστε είναι γιατί επηρέασεν πολλά [πολύ] τη ζωή σας εννεν [δεν είναι];
Π.Μ.: Πάρα πολλά που τραβήσαμεν. Δόξα σοι ο Θεός όμως.
Π.Μ.: Δόξα σοι ο Θεός.
Ν.Χ.: Τζαι [και] εσκεφτήκατε για τα, πόσα παιδιά έχετε;
Π.Μ.: Ε, είχαμεν έξι, μα εχάσαμεν ένα.
Ν.Χ.: Μάλιστα. Εσκεφτήκατε για τα παιδιά σας ότι, έκαμεν σας [σας έκανε] να θέλετε να έχουν τζαι [και] πιο καλήν ζωήν ακόμα τα παιδιά σας, ε, ε, τοο, η δουλειά του συζύγου ας πούμε στο μεταλλείο; Τι σας έκαμεν [έκανε] να προσδοκάτε για τα παιδιά σας;
Π.Μ.: Τα παιδιά μας, εεε, εβοήθησεν μας ο Θεός, επαντρέψαμεν τους [τους παντρέψαμε] με τον Αμίαντον που εδούλευκεν [δούλευε]. Εκάμαν [έκαναν] τα παιθκιά [παιδιά] τους, επαντρέψαν τα [τα πάντρεψαν]. Ε, ζούσιν [ζούνε] καλά, ήβραν [βρήκαν] καλές δουλειές, ούλλοι [όλοι] εδουλέψασιν [δούλεψαν], εεε,
Π.Μ.: τζαι [και] έσχει [έχει] που δουλεύκουν [δουλεύουν] κόμα [ακόμη] ώστι [ώσπου] να πιάουν [πάρουν] σύνταξιν. Έχουν τα μωρά τους, τα αγγόνια [εγγόνια] τους. Δόξα σοι ο Θεός.
Ν.Χ.: Ε, [00:07:12 λέξη που δεν ακούγεται]. Εν [δεν] εργάζεται κάποιος που [από] τα παιδιά σας σε μεταλλείο, έννεν [δεν είναι]. Εν επήεν [δεν πήγε]—
Π.Μ.: — Όι [όχι] —
Ν.Χ.: — να ακολουθήσει κανένας τοο —
Π.Μ.: Εν [δεν] επήεν [πήγε] κανεν. Όι [όχι], επήεν [πήγε] ο Αλέξανδρος.
Ν.Χ.: Α.
Π.Μ.: Ε, επήεν [πήγε] ένας έναν μήναν;
Αλέκος Μιχαήλ: [00:07:29 σημείωση για καλύτερη κατανόηση: Ο Αλέκος Μιχαήλ είναι ο σύζυγος της συνεντευξιαζόμενης] Ε, κανέναν μήναν εδούλεψεν.
Π.Μ.: Κανέναν μήναν εις τον Αμίαντον. Μόνο. Οι άλλοι, εεε, ο ένας επήεν [πήγε] πυροσβέστης, ο άλλος επήεν [πήγε] εδούλευκεν [δούλευε] εις του Πίττα που έκλεισεν. Ήτουν [ήταν] καλή η δουλειά του τζαι [και] τζείνου [εκείνου]. Ο άλλος ήτουν [ήταν] μάιρας [μάγειρας], επήεν [πήγε], επαντρεύτην [παντρεύτηκε], επήεν [πήγε] εις την Αγγλίαν. Εν [είναι] ως τώρα στην Αγγλίαν. Έκαμεν [έκανε] τα μωρά του,
Π.Μ.: έκαμεν [έκανε] τα εγγόνια του.
Ν.Χ.: Μάλιστα. Κανένα σινεμά επήετε [πήγατε] στον Αμίαντο; Ή εν [δεν] είχατε πάει; —
Π.Μ.: — Όι [όχι] —
Ν.Χ.: — Θυμάστε κανένα έργο που είδατε; —
Π.Μ.: — Εν [δεν] έτυχε να πάω. Το σινεμά είχαμεν εις την Κυπερούντα τζαι [και] πααίναμεν [πηγαίναμε]. Αλλάκλισεν [αλλά έκλεισε] τζαι [και] τζείνο [εκείνο], έσχιει [έχει] χρόνια.
Ν.Χ.: Άρα μπορούμε να πούμε ήταν τζαι [και] πιο προχωρημένα τότε, τα πράγματα, ήταν, ήταν πιο ωραίες οι εποχές τότε, είσχιεν [είχε] πιο πολλήν ανάπτυξη η περιοχή.
Π.Μ.: Εεε.
Α.Μ: Ώσπου εδούλευκεν [δούλευε] ο Αμίαντος είσχιεν [είχε] πολλήν ανάπτυξην τον χωρκόν [χωριό]. Διότι είπα σου, ε, εσυνδέετουν [συνδεόταν] με τα χωράφκια [χωράφια], με τα μήλα. Ο καθένας, τζαι [και] ήταν η ακμή των μήλων, εεε, εσυνδέουνταν [συνδέονταν] τοοο μεταλλείον με τα χωράφκια [χωράφια]. Ούλλοι [όλοι] όσοι εδούλευκαν [δούλευαν] στον Αμίαντον, είχαν τζαι [και] χωράφκια [χωράφια], να ανταποκριθούν με πολλή δουλειά. —
Ν.Χ.: — Χμχμ, χμχμ. —
Α.Μ: — Να ψεκάσεις, να κλαέψεις [κλαδέψεις], να μνιάσεις [μονιάσεις], να στυλώσεις, είσχιεν [είχε] δουλειά πολλή. Όμως,
Α.Μ: επειδή ήταν κοντά ο Αμίαντος, είκοσι λεπτά ήσουν μες την δουλειά. Είκοσι λεπτά ήσουν μες στο περιβόλι. Εν [δεν] είσχιεν [είχε], εν [δεν] εκουράζεσουν [κουραζόσουν] ναα, μες τ’ αυτοκίνητο να πάεις [πας] στη χώρα [Λευκωσία] πενήντα μίλια τζαι να’ρτεις [και να έρθεις], τζαι να’ρκεσαι [και να έρχεσαι] σκοτωμένος κάθε μέρα, κάθε μέρα. —
Ν.Χ.: — Μάλιστα. —
Α.Μ: — Ήταν κοντά η δουλειά.
Ν.Χ.:. Μάλιστα. Ε, ωραία. Κυρία Πολυξένη, τίποτε έτσι κάτι τελευταίο που θέλετε να μου πείτε πριν σας,
Π.Μ.: Ορίστε.
Ν.Χ.: Κάτι τελευταίο που θέλετε να μου πείτε, που θέλετε να ξέρουμε, οι,
Ν.Χ.: οι υπόλοιποι για την περιοχήν, για τον Αμίαντον, για τη ζωή τότε; Τζαι [και] πώς για μας —
Π.Μ.: — Η ζωή είπαμεν ήταν καλή. —
Ν.Χ.: — πρέπει να γίνει μάθημα; —
Π.Μ.: — Για μας κυρίως. Αλλά, άμα [όταν] εχάσαμεν τοοο παιδί μας, άλλαξεν πολλά. Ε, επεράσαμεν όμως. Τωρά, δόξα σοι ο Θεός.
Ν.Χ.: Μάλιστα. Ε, ευχαριστώ πάρα πολύ.
Π.Μ.: Να ‘σαι καλά τζαι ‘σου [να είσαι καλά και εσύ].
Ν.Χ.: Να ‘σαι καλά.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα πολυμέσα ακόμα.